Νέα δεδομένα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις;

γράφει ο Θάνος Π. Ντόκος*

* Γενικός διευθυντής στο Ελληνικό Ιδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ)

Κυριολεκτικά ραγδαίες είναι οι εξελίξεις των τελευταίων ημερών όσον αφορά τις τουρκικές ενέργειες στην ανατολική Μεσόγειο, αλλά και τις σχέσεις της Αγκυρας με την Ουάσιγκτον. Πρώτον, η Ε.Ε. αποφάσισε την επιβολή κυρώσεων στην Τουρκία για τις επιθετικές κινήσεις της στην Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ωστόσο, οι αποφασισθείσες κυρώσεις είναι αρκετά περιορισμένου εύρους, ενώ οι σχετικές διεργασίες στα όργανα της Ευρωπαϊκής Ενωσης έδειξαν ξεκάθαρα ότι: (α) δεν υπάρχει πολιτική βούληση για επιβολή πραγματικά επώδυνων κυρώσεων, καθώς για αρκετά κράτη-μέλη διακυβεύονται σημαντικά συμφέροντα, ενώ συνεχίζει να υπάρχει ανησυχία για την τήρηση της δήλωσης Ε.Ε.-Τουρκίας για τη διαχείριση του προσφυγικού/μεταναστευτικού ζητήματος, (β) ακόμα και αν υπήρχε η απαραίτητη πολιτική βούληση, η Ε.Ε. έχει περιορισμένες δυνατότητες επηρεασμού της τουρκικής συμπεριφοράς, καθώς η προοπτική ένταξης της Τουρκίας φαίνεται εξαιρετικά απόμακρη.

Δεύτερον, μετά τις αμφιταλαντεύσεις Τραμπ, ανακοινώθηκε επίσημα η διακοπή της τουρκικής συμμετοχής στο πρόγραμμα F-35, καθώς η Τουρκία άρχισε να παραλαμβάνει το ρωσικό σύστημα αεράμυνας S-400. Η αμερικανική απόφαση θα έχει μεν οικονομικό κόστος για την Ουάσιγκτον, αλλά πολλαπλάσιο κόστος για την Αγκυρα. Οι ΗΠΑ δεν ανακοίνωσαν ακόμη κυρώσεις κατά της Τουρκίας, προφανώς ελπίζοντας ότι μπορούν ακόμη να περισώσουν αυτή τη σημαντική διμερή στρατηγική σχέση. Πλην μιας, τεχνικού χαρακτήρα, λύσης -που δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι είναι εφικτή- που θα μείωνε σημαντικά την έμμεση ρωσική πρόσβαση στα απόρρητα δεδομένα των τουρκικών F-35, ενώ ταυτόχρονα η Αγκυρα θα αγόραζε και συστήματα Patriot από τις ΗΠΑ, οι προοπτικές για τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις, αλλά και για τον ρόλο της Τουρκίας στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ δεν είναι ιδιαίτερα ευοίωνες. Ωστόσο, μια τέτοια εξέλιξη δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε ουσιαστικό όφελος για την Ελλάδα, καθώς οι ΗΠΑ δεν είναι έτοιμες να εγκαταλείψουν έναν σημαντικό στρατηγικό εταίρο όπως η Τουρκία, πολύ περισσότερο, δε, που μια τέτοια εξέλιξη είναι πιθανόν ότι θα έσπρωχνε την Αγκυρα πιο βαθιά στην αγκαλιά της Μόσχας. Αλλά και η Τουρκία, που εγκλωβίστηκε ως αποτέλεσμα κυρίως των δικών της χειρισμών, δεν φαίνεται να επιθυμεί μια ανοιχτή και οριστική ρήξη με τη Δύση.

Τρίτον, υπήρξε πολιτική αλλαγή στην Ελλάδα. Αν και, σε αντίθεση με τα ζητήματα εσωτερικής πολιτικής, όπου θα υπάρξουν σημαντικές αλλαγές, στην εξωτερική πολιτική, και ειδικότερα απέναντι στην Τουρκία και τις τριμερείς συνεργασίες στην ανατολική Μεσόγειο, φαίνεται ότι θα υπάρξουν σημαντικά στοιχεία συνέχειας. Βεβαίως, σε κάθε αλλαγή κυβέρνησης υπάρχει πάντοτε η ελπίδα για μια επανεκκίνηση των (δύσκολων) διμερών σχέσεων, αν και οι δηλώσεις Ερντογάν για επιστροφή των οκτώ Τούρκων αξιωματικών που έχουν ζητήσει άσυλο στην Ελλάδα δείχνουν ότι τα περιθώρια για ταχεία βελτίωση του κλίματος είναι αρκετά περιορισμένα. Επιπλέον, η Τουρκία συνεχίζει τις έμπρακτες αμφισβητήσεις της κυπριακής ΑΟΖ (ισχυριζόμενη, μάλιστα, ότι ανακάλυψε και κοίτασμα φυσικού αερίου, μικρού πάντως μεγέθους), ενώ επιχειρεί να διαμορφώσει τις συνθήκες για μια οριοθέτηση ΑΟΖ με τη Λιβύη, σε βάρος της Ελλάδας. Εξάλλου, ο Τουρκοκύπριος ηγέτης Μουσταφά Ακιντζί κατέθεσε, προφανώς κατόπιν εντολής της Αγκυρας, πρόταση για δημιουργία διακοινοτικής επιτροπής που θα λαμβάνει αποφάσεις για θέματα υδρογονανθράκων. Εδώ χρειάζεται προσοχή, καθώς είναι ζήτημα που βρίσκει ευήκοα ώτα στη διεθνή κοινότητα.

Ποιες είναι οι επιλογές Αθήνας και Λευκωσίας; Μέχρι στιγμής, και παρά τις ευρωπαϊκές κυρώσεις (οι αμερικανικές κυρώσεις, πολύ πιο επώδυνες, δεν αφορούν Κύπρο και Ελλάδα), το ισοζύγιο κόστους-οφέλους για την Τουρκία δεν είναι εμφανώς αρνητικό. Βεβαίως, τίθεται το ερώτημα για πόσο χρονικό διάστημα αντέχει η Αγκυρα να εισπράττει τις καταδίκες της διεθνούς κοινότητας και τις κάθε είδους ευρωπαϊκές και αμερικανικές κυρώσεις, ενώ έχει ανοιχτά σημαντικά ζητήματα που αφορούν την οικονομία της (η συνεχιζόμενη κρίση ενισχύει την εσωτερική πολιτική αμφισβήτηση από την αξιωματική, αλλά και την εσωκομματική αντιπολίτευση, με τις φυγόκεντρες τάσεις Μπαμπατζάν και Γκιουλ), τις εξελίξεις στη Συρία και τις πολλαπλές διαστάσεις του κουρδικού ζητήματος. Ελλάδα και Κύπρος πρέπει να συνεχίσουν τις προσπάθειες διεθνούς καταδίκης των τουρκικών ενεργειών, εμπλοκής ισχυρών οικονομικών παικτών στις έρευνες υδρογονανθράκων, διατήρησης χαμηλών τόνων, αλλά παράλληλα και αποστολής των απαραίτητων μηνυμάτων περί «κόκκινων γραμμών». Ταυτόχρονα, όμως, και ενεργητικής πολιτικής στο Κυπριακό και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, με την παρουσίαση προσεκτικά επεξεργασμένων και ρεαλιστικών προτάσεων, έτσι ώστε να μη βρεθούμε προ δυσάρεστων εκπλήξεων σε περίπτωση μεταβολής των σχέσεων και ισορροπιών μεταξύ Τουρκίας και μεγάλων δυνάμεων και να μη χρεωθούμε εμείς την αποτυχία τυχόν διαπραγματεύσεων.