Ο τουρκικός εκβιασμός και οι αντιδράσεις

γράφει ο Κώστας Υφαντής*

*Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και ερευνητικός εταίρος στο ΙΔΙΣ

Τελικά, ο Πρόεδρος Ερντογάν και το καθεστώς στην Αγκυρα προχώρησαν, όπως άλλωστε είχαν αναγγείλει ήδη από την προηγούμενη χρονιά, σε μία ακόμη κίνηση προς την κατεύθυνση δημιουργίας νέων τετελεσμένων στην κατεχόμενη Κύπρο. Προηγήθηκε η απροκάλυπτη επέμβαση της Τουρκίας στις εκλογές στα κατεχόμενα, που δεν επιβεβαίωσε απλώς ότι για την Αγκυρα τα κατεχόμενα δεν είναι τίποτε άλλο από μια ακόμη επαρχία, αλλά άνοιξε τον δρόμο για να προωθηθεί, με ακόμη μεγαλύτερη ένταση και χωρίς (έστω και ισχνές) αντιδράσεις στο εσωτερικό της τουρκοκυπριακής κοινότητας, η λογική των δύο κρατών ως μονόδρομος.

Ο περσινός «περίπατος» της τουρκικής ηγεσίας στην παραλία της Αμμοχώστου και οι συνεχείς προειδοποιήσεις ότι η πόλη θα ανοίξει οδήγησαν στην ανακοίνωση της 20ής Ιουλίου 2021. Το ερώτημα είναι τι θέλει να πετύχει η Αγκυρα. Αρκετοί και αρκετές υποστηρίζουν ότι η απαίτηση της «κυριαρχικής ισότητας» είναι μια μαξιμαλιστική θέση της Τουρκίας έτσι ώστε να κερδίσει τα περισσότερα από όσα επιθυμεί από μια συνομοσπονδιακή διευθέτηση, που θα της επιτρέπει να ελέγχει τις εξελίξεις σε όλο το νησί και τελικά να «φινλανδοποιήσει» την «Κυπριακή Ομοσπονδία» που θα προκύψει. Είναι μια απολύτως λογική ερμηνεία, που στηρίζεται στην εκτίμηση ότι η αντίληψη της Τουρκίας για το Κυπριακό είναι σταθερή. Ομως, το μόνο σταθερό στην τουρκική προσέγγιση, ήδη από τη δεκαετία του 1960, είναι η διχοτόμηση. Εγκληματικά λάθη που έγιναν από την ελληνική πλευρά σε διάφορες ιστορικές στιγμές προφανώς και δεν βοήθησαν στην εξουδετέρωση των τουρκικών επιδιώξεων.

Κατά την άποψή μου, δεν μπορεί να υπάρχει αμφιβολία για τις τουρκικές βλέψεις. Η σημερινή συγκυρία είναι διαφορετική. Η Τουρκία προσπαθεί να εκβιάσει τη Λευκωσία και την Αθήνα, αλλά και τη διεθνή κοινότητα, να αποδεχθούν το πλήρως διχοτομικό πλαίσιο επίλυσης, που έχει περιγράψει ήδη από το 2017, την επομένη της κατάρρευσης των συνομιλιών στο Κραν Μοντανά. Η Αγκυρα θέλει να ακυρώσει το μοναδικό όπλο που διαθέτει η Κυπριακή Δημοκρατία, δηλαδή την κρατική της υπόσταση και τη διεθνή νομιμοποίησή της. Δεν τα κατάφερε και η συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ενωση βελτίωσε ακόμη περισσότερο τους όρους επιβίωσης της Κύπρου. Είναι αυτή η πραγματικότητα που επέτρεψε στη Λευκωσία να οριοθετήσει θαλάσσιες ζώνες με την Αίγυπτο και το Ισραήλ και να συμπεριφέρεται ως αυτό που είναι: ένα κυρίαρχο, ανεξάρτητο κράτος.

Στην Αγκυρα έχει γίνει συνείδηση ότι μια λύση με προδιαγραφές ελέγχου όλου του νησιού δεν πρόκειται να γίνει δεκτή από την ελληνική πλευρά και έτσι η μόνη επιλογή που έχει είναι η συστηματική παραβίαση των κυπριακών κυριαρχικών δικαιωμάτων. Αλλά αυτή η στρατηγική δεν είναι βιώσιμη σε βάθος χρόνου. Και αυτό το γνωρίζουν στην Αγκυρα. Η «ανάγκη» να σπάσει το μονοπώλιο της διεθνούς νομιμοποίησης της ελεύθερης Κύπρου είναι επιτακτική για την Τουρκία. Ετσι, μέσα από μια τακτική «σαλαμοποίησης», επιχειρεί να πιέσει την Κυπριακή Δημοκρατία και την Ελλάδα να αποδεχθούν τη διχοτόμηση ως τη λιγότερο επώδυνη επιλογή. Οσο θα αρνείται η Λευκωσία να συναινέσει, τόσο θα διευρύνονται τα «τετελεσμένα» στην Αμμόχωστο. Σε κάθε περίπτωση, η Τουρκία θεωρεί ότι το όποιο κόστος γίνεται ανεκτό, αφού το όφελος είναι μεγαλύτερο. Αν υποχωρήσει η Κυπριακή Δημοκρατία, η Τουρκία θα έχει επιτύχει. Αν δεν υποχωρήσει η ελληνική πλευρά, η Αμμόχωστος θα έχει απορροφηθεί από τις κατοχικές δυνάμεις και ένα μεγάλο πρόγραμμα ανοικοδόμησης μπορεί να ελκύσει επενδυτικά κεφάλαια (μέσω Τουρκίας) και να δώσει σημαντικές ανάσες στην τουρκική οικονομία. Και η όποια διαπραγμάτευση στο μέλλον θα γίνει ακόμη πιο δύσκολη για τη Λευκωσία.

Αντιδράσεις είναι σίγουρο ότι θα υπάρξουν σε επίπεδο Συμβουλίου Ασφαλείας αλλά και Ευρωπαϊκής Ενωσης. Η Τουρκία έχει συνηθίσει τα όποια διαβήματά της στην Κύπρο να μην επιφέρουν συνέπειες. Θεωρεί ότι η διεθνής κοινότητα και η Ε.Ε. δεν έχει τη συνοχή και τη βούληση να την «τιμωρήσει». Μπορεί να συμβεί κάτι άλλο τώρα;

Είναι αλήθεια ότι ίσως υπάρχουν κάποιες διαφορές. Στην Ουάσιγκτον, κάθε ημέρα που περνά εμπεδώνεται η αντίληψη ότι η Αγκυρα δεν είναι ο στρατηγικός εταίρος που ο Ψυχρός Πόλεμος και οι διαχρονικές αμερικανικές προτιμήσεις στη Μέση Ανατολή είχαν καταστήσει απαραίτητο. Η Μόσχα δύσκολα θα ταχθεί σε αυτό το ζήτημα με την Τουρκία ρισκάροντας να χάσει -ως αποτέλεσμα- την Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία θα στραφεί ακόμη περισσότερο στις ΗΠΑ. Στην Ε.Ε., η γερμανική πολιτική θα προσπαθήσει παρασκηνιακά να διασώσει την εύθραυστη ευρωτουρκική σχέση, αλλά δεν μπορεί να κλείσει τα μάτια. Αν και στα μάτια πολλών Ευρωπαίων οι κυπριακές ελίτ θεωρούνται τουλάχιστον συνυπεύθυνες για τις τελευταίες αποτυχίες να βρεθεί λύση, η διεύρυνση, όμως, του κατοχικού αποτυπώματος με την εξαγγελία ενός τρίτου «Αττίλα» είναι άλλης τάξεως ζήτημα.

Αθήνα και Λευκωσία δεν έχουν πολλές επιλογές πέρα από τη διπλωματική κινητοποίηση. Ακόμη όμως και αν η διεθνής πίεση και η απειλή κυρώσεων οδηγήσουν σε μια τουρκική αναδίπλωση -πράγμα αμφίβολο- η νομιμοποίηση της διχοτόμησης είναι ένας στόχος που δεν πρόκειται να εγκαταλείψει η τουρκική πολιτική. Χρειάζονται παράλληλα πρωτοβουλίες που θα στέλνουν το μήνυμα ότι η ελληνική επιδίωξη μιας δίκαιης και βιώσιμης λύσης δεν είναι προσχηματική, όπως πιστεύουν αρκετοί και αρκετές στην Ευρώπη και αλλού.