Οι κινήσεις της Αγκυρας

γράφει ο Κώστας Υφαντής*

*Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και ερευνητικός εταίρος στο ΙΔΙΣ

Εχουν, βεβαίως, να κάνουν με την εσωτερική συγκυρία, καθώς η κακή κατάσταση της οικονομίας επιβαρύνεται ακόμη περισσότερο από την ένταση στις εξωτερικές σχέσεις της χώρας. Αυτό είναι ένα μάθημα που φαίνεται να το κατανοούν στην Αγκυρα. Κάθε φορά που ανεβαίνουν οι τόνοι και φλερτάρει η Τουρκία με μια κρίση, οι αγορές την «τιμωρούν». Και οι πολιτικές συνέπειες της οικονομικής δυσχέρειας αποτυπώνονται για πρώτη φορά τόσο καθαρά στις δημοσκοπήσεις. Μετά από είκοσι χρόνια πολιτικής κυριαρχίας, είναι η πρώτη φορά που το φάσμα της ήττας είναι τόσο ξεκάθαρο για τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Βεβαίως, είναι πολύ νωρίς να προεξοφλήσει κανείς κάτι. Οι εκλογές αργούν και η κατάσταση είναι σαφώς αναστρέψιμη, στο βαθμό που η οικονομία ανακάμψει και η ανεργία και ο πληθωρισμός υποχωρήσουν σε επίπεδα που θα επιτρέψουν μια γενναία αναδιανομή πλούτου. Επιπλέον, οι βασικοί «αρμοί της εξουσίας» ελέγχονται ακόμη από το καθεστώς Ερντογάν, αν και κάποιες τάσεις αυτονόμησης θα ενταθούν το επόμενο διάστημα, αν τα δημοσκοπικά ευρήματα επιμείνουν.

Δεύτερον, η σχετική αποτυχία της Αγκυρας στην περιφερειακή αρένα να εξαργυρώσει τα ρίσκα που πήρε όλο το προηγούμενο διάστημα την οδηγεί σε μια αναδίπλωση, η οποία στο μυαλό της τουρκικής ηγεσίας είναι εντελώς προσωρινή. Στο πλαίσιο της ελληνοτουρκικής διελκυνστίνδας, η αναδίπλωση αυτή ξεκινά με την απόσυρση του «Oruc Reis», συνεχίζεται με την επανέναρξη των διερευνητικών και την προσπάθεια αναβάθμισης της σχετικής διαδικασίας διαλόγου και εμπλουτίζεται με την άτυπη πενταμερή για το Κυπριακό και τη συνέχειά της κάποια στιγμή το καλοκαίρι.

Σε αυτό το «διάλειμμα», η Αγκυρα επιχειρεί να εξισορροπήσει το στρατηγικό πλεονέκτημα που απέκτησε η Αθήνα μέσα από τον μετασχηματισμό απλώς καλών σχέσεων με χώρες της περιοχής σε συνεργασίες στρατηγικού χαρακτήρα και στον αμυντικό τομέα. Ο βασικός στόχος σε αυτό το μέτωπο είναι η Αίγυπτος. Η Αγκυρα, «καταπίνοντας» ό,τι έχει πει για την κυβέρνηση Σίσι εδώ και σχεδόν μία δεκαετία, προσπαθεί να αποκαταστήσει την επαφή με το Κάιρο. Ο στόχος είναι διττός: Από τη μία, μπορεί να ανοίξει μια διαπραγμάτευση για την οριοθέτηση μεταξύ των δύο και, από την άλλη, από το Κάιρο περνά η αποκατάσταση των σχέσεων της Τουρκίας με τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Ως προς το πρώτο, η Αγκυρα θα προσπαθήσει να δελεάσει την αιγυπτιακή ηγεσία και κυρίως το αιγυπτιακό γραφειοκρατικό κατεστημένο, προσφέροντας τη μερίδα του λέοντος στην Αίγυπτο με μόνο όρο τον αποκλεισμό της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας από την ΑΟΖ ανατολικά του 38ου μεσημβρινού. Ως προς το δεύτερο, η Αγκυρα έχει συνειδητοποιήσει ότι το κλειδί για την ουσιαστική βελτίωση των σχέσεων με τη Σαουδική Αραβία και τα ΗΑΕ είναι οι τουρκοαιγυπτιακές σχέσεις.

Τίποτε από τα δύο δεν θα είναι εύκολα για την Αγκυρα. Με την Αίγυπτο η όποια βελτίωση περνά από όρους που θα δυσκολέψουν την τουρκική ηγεσία. Η αποχώρηση των τουρκικών δυνάμεων από τη Λιβύη είναι ένας τέτοιος, η παράδοση των μελών της Μουσουλμανικής Αδελφότητας που βρίσκουν καταφύγιο στην Τουρκία και το αποτελεσματικό κλείσιμο των συνόρων είναι ένας άλλος. Επιπλέον, η εξομάλυνση με τη Σαουδική Αραβία και τα ΗΑΕ δεν θα είναι ποτέ ουσιαστική, όσο η Τουρκία προστατεύει το Κατάρ, όσο υποστηρίζει τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, όσο διατηρεί στρατιωτική παρουσία στη Σομαλία, στη Λιβύη, στη Συρία και στο Ιράκ και όσο ενισχύονται οι σχέσεις με το Πακιστάν. Και σε κάθε περίπτωση ο ρόλος της Αγκυρας στην αποκάλυψη της δολοφονίας Κασόγκι δεν επιτρέπει να αμβλυνθεί η καχυποψία. Το Ριάντ είναι αποφασισμένο να εξουδετερώσει κάθε τουρκική επιρροή στην περιοχή. Χαρακτηριστικό είναι το κλείσιμο τουρκικών σχολείων στο βασίλειο, παρά την πρόσφατη επικοινωνία Ερντογάν με τον βασιλιά. Όλα, ενδεχομένως, θα ήταν λιγότερο δύσκολα για την τουρκική εξωτερική πολιτική αν δεν είχε υπάρξει η αλλαγή στον Λευκό Οίκο. Με τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις σε «καραντίνα», τα περιθώρια ελιγμών της Αγκυρας παραμένουν στενά.

Η τουρκική «πίεση» στην Ελλάδα για τη μουσουλμανική μειονότητα στη Θράκη, αλλά και η αντίστοιχη στο ζήτημα της αντιμετώπισης των προσφυγικών και μεταναστευτικών ροών στο Αιγαίο, δεν μπορεί παρά να ερμηνευθεί στο πλαίσιο της παραπάνω ανάλυσης. Η Τουρκία επιλέγει να ανεβάσει τους τόνους σε ζητήματα που θεωρεί ότι έχει ένα πολιτικό και επικοινωνιακό πλεονέκτημα. Στην αντίληψη της Αγκυρας, η δήθεν παραβίαση των δικαιωμάτων της μειονότητας της επιτρέπει να κερδίσει πόντους στο εσωτερικό, αλλά και δυσκολέψει ηθικά τις συνεργασίες που έχει σφυρηλατήσει η Αθήνα με τον μουσουλμανικό κόσμο και τη θέση της Ελλάδος σε μια Ευρώπη που είναι ευαίσθητη σε ζητήματα δικαιωμάτων. Το ίδιο και στο πεδίο της διαχείρισης των μεταναστών και προσφύγων. Δεν έχει σημασία η πραγματικότητα αλλά η εικόνα που επιχειρεί να δημιουργήσει η Τουρκία. Η ελληνική πολιτεία δεν έχει να φοβηθεί απολύτως τίποτε. Η ισοπολιτεία είναι αυτονόητη υποχρέωσή της και όπου (αν) υπάρχουν τυχόν αδυναμίες θα πρέπει να αναταχθούν πλήρως όχι για να μην τις επικαλείται η Τουρκία, αλλά γιατί το επιβάλλει η Δημοκρατία.