Οι στρατηγικοί στόχοι στις σχέσεις με την Τουρκία

γράφει ο Θάνος Π. Ντόκος*

*Γενικός διευθυντής στο Ελληνικό Ιδρυμα Ευρωπαϊκής & Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ)

Οι αναταράξεις στις ελληνοτουρκικές σχέσεις αναμένεται να συνεχιστούν στο ορατό μέλλον και, όταν υπάρχει σχεδόν συνεχής ένταση, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο κλιμάκωσης, έστω και ως αποτέλεσμα «ατυχήματος». Υπάρχει, άραγε, δυνατότητα ομαλοποίησης των διμερών σχέσεων μέσω μιας λύσης που θα κατοχυρώνει τα ελληνικά ζωτικά συμφέροντα; Απαραίτητη προϋπόθεση για να απαντηθεί το ερώτημα είναι η κατανόηση του αντιπάλου. Πρόκειται για μια χώρα με σημαντικά μεγέθη όσον αφορά τον πληθυσμό και την οικονομία, με υψηλές φιλοδοξίες να διαδραματίσει σημαντικό περιφερειακό αλλά και ευρύτερο ρόλο. Η πάγια θέση της Τουρκίας είναι ότι το μέγεθος και η ισχύς μιας χώρας βαραίνουν περισσότερο από το διεθνές δίκαιο και τη γεωγραφική θέση. Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ρεβιζιονιστική δύναμη, χωρίς αυτό να αναφέρεται αποκλειστικά σε εδαφική επέκταση, ενώ η Ελλάδα ως μια χώρα status quo.

Είναι αξιοσημείωτο ότι η τουρκική πολιτική ελίτ, ανεξαρτήτως ιδεολογικού προσανατολισμού, διατηρεί νοσταλγικές αναμνήσεις από την αυτοκρατορική (οθωμανική) περίοδο. Είναι, όμως, και μια χώρα με σημαντικά προβλήματα και πολλά ανοιχτά μέτωπα και πιθανότατα θα περάσει από περίοδο έντονων εσωτερικών κλυδωνισμών, όταν έρθει η ώρα της διαδοχής Ερντογάν. Θα πρέπει, επίσης, να σημειωθεί ότι ένας ανταγωνισμός εξοπλισμών θα μας εξαντλούσε πολύ γρηγορότερα από ό,τι την Τουρκία, μια πολεμική σύγκρουση θα αποδυναμώσει σημαντικά και τις δύο χώρες, ανεξαρτήτως τελικού νικητή, ενώ η γεωγραφία στο Αιγαίο της δίδει τη δυνατότητα επιλογής κινήσεων αμφισβήτησης έναντι της Ελλάδας. Τέλος, το Κυπριακό περιπλέκει περαιτέρω την κατάσταση.

Η επίλυση διακρατικών προβλημάτων γίνεται με πόλεμο ή διαπραγμάτευση, ενώ υπάρχει και η επιλογή της επ’ αόριστον διαχείρισης. Υπάρχουν, λοιπόν, τρία θεωρητικά σενάρια για την ελληνική πολιτική έναντι της Τουρκίας: α) Υιοθέτηση μιας πιο δυναμικής πολιτικής από την Ελλάδα, απάντηση σε είδος στις διάφορες προκλήσεις της Αγκυρας, θεωρώντας ότι η μέχρι τώρα «υποχωρητική» στάση ενθάρρυνε τον αντίπαλο να κλιμακώσει τις διεκδικήσεις του. β) «Πάγωμα» των ελληνοτουρκικών διαφορών μέχρι να συμβεί κάτι που θα μεταμορφώσει το στρατηγικό πεδίο (διάλυση της Τουρκίας, όπως αρέσκονταν στο παρελθόν κάποιοι αναλυτές να προβλέπουν, κάλυψη της Ελλάδας από την ευρωπαϊκή αμυντική ομπρέλα, κ.ά). Προς το παρόν, βεβαίως, η Ελλάδα προσπαθεί να ανακάμψει από την κρίση, η Τουρκία ισχυροποιείται (αν και κάθε άλλο παρά απουσιάζουν τα προβλήματα στη γειτονική χώρα) και η Ευρώπη προβληματίζεται για το μέλλον της. γ) Αναζήτηση διπλωματικής διευθέτησης, αρχικώς σε διμερές επίπεδο και εν συνεχεία με προσφυγή σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο. Η λύση που θα προκύψει από μια τέτοια διαδικασία θα κινείται, όπως συμβαίνει πάντα σε περιπτώσεις διαπραγματεύσεων, σε λογική συμβιβασμού, χωρίς να αγνοούνται οι αρχές του διεθνούς δικαίου. Βασική επιδίωξη αποτελούν η επίλυση διαφορών και η ομαλοποίηση σχέσεων χωρίς απώλεια εδαφών και κυριαρχικών δικαιωμάτων. Οι περισσότεροι μάλλον θα απέρριπταν την πρώτη επιλογή, καθώς και οποιασδήποτε μορφής μονομερή υποχώρηση ή αποδοχή μιας διαδικασίας «φινλανδοποίησης». Αντίθετα, η δεύτερη και η τρίτη επιλογή μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο νηφάλιου διαλόγου. Θεωρητικά οι δύο επιλογές μπορούν να συνδυαστούν: προσπαθούμε να κερδίσουμε χρόνο με στόχο την εδραίωση περιφερειακού ρόλου, την οικοδόμηση συμμαχιών και τη συγκέντρωση διπλωματικού κεφαλαίου για μελλοντική διαπραγμάτευση. Από την άλλη, τα παράθυρα ευκαιρίας -εφόσον υπάρχουν- δεν παραμένουν εσαεί ανοικτά, δεν είναι προφανές ότι ο χρόνος κυλάει υπέρ ημών, ενώ και η διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης έχει κόστος.

Ποιες είναι, λοιπόν, οι επιλογές μας για το άμεσο μέλλον; Προετοιμασία για τη διαχείριση πιθανής κρίσης -που σχεδόν αποτελεί την καθημερινότητα στις ελληνοτουρκικές σχέσεις- και εδώ οι αναγκαίες κινήσεις είναι πολύ συγκεκριμένες: ανοιχτοί δίαυλοι επικοινωνίας και αποστολή ξεκάθαρων μηνυμάτων, περιορισμός δημόσιων δηλώσεων, αξιοποίηση διαφόρων «εργαλείων» εξωτερικής πολιτικής (συνδιαμόρφωση οποιασδήποτε νέας σχέσης μεταξύ Ε.Ε. και Τουρκίας, στρατηγική συνεργασία με ΗΠΑ, περιφερειακές συμμαχίες, αν και σε όλους αυτούς τους τομείς οι προσδοκίες μας οφείλουν να είναι απόλυτα ρεαλιστικές), έξυπνες κινήσεις στον ενεργειακό τομέα, διατήρηση αποτρεπτικής ικανότητας (ζήτημα υψηλής προτεραιότητας) και επεξεργασία μιας ρεαλιστικής μεσο-μακροπρόθεσμης στρατηγικής για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Βασικοί στόχοι μιας τέτοιας στρατηγικής θα πρέπει να είναι η διατήρηση επαρκούς αποτρεπτικής ικανότητας μέσω μιας αναθεωρημένης αμυντικής πολιτικής, η συγκέντρωση διπλωματικού κεφαλαίου και η βέλτιστη προετοιμασία για μια διπλωματική διευθέτηση -μέσω προσφυγής σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο- σε χρόνο και με τρόπο που θα κατοχυρώνουν τα ζωτικά εθνικά συμφέροντα. Οι δε διαπραγματευτικοί μας στόχοι οφείλουν να χαραχθούν με βάση την ορθή κατανόηση των σχετικών προβλέψεων του διεθνούς δικαίου και τη ρεαλιστική εκτίμηση της ισορροπίας δυνάμεων. Η επιτυχία της στρατηγικής μας θα εξαρτηθεί από την αποτελεσματική χρήση όλων των περιεχομένων της «εργαλειοθήκης» εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας (διπλωματικά, στρατιωτικά, οικονομικά μέσα), άλλοτε με θετικό και άλλοτε με αρνητικό τρόπο, έτσι ώστε να επηρεαστεί στην επιθυμητή κατεύθυνση η εκτίμηση κόστους-οφέλους του αντιπάλου.