Οραματισμός ή εσωστρέφεια στη μετά COVID-19 εποχή;

γράφει ο Παναγιώτης Ε. Πετράκης*

*Καθηγητής στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Η νόσος COVID-19 είναι ένας εξωγενής, συστηματικός κίνδυνος που απειλεί την προσφορά αγαθών, τη ζήτησή τους, δημιουργεί αβεβαιότητα για το μέλλον, ενώ προκάλεσε μια πολύ γρήγορη και πολύ βαθιά κρίση με μεσαίας διάρκειας επιπτώσεις και ασύμμετρες συνέπειες σε όλη την παγκόσμια οικονομία. Ο μεγάλος άγνωστος, το επιδημιολογικό, παραμένει.

Στον οικονομικό τομέα, στο μέτρο των δυνατοτήτων της, η ελληνική κυβέρνηση, παρ’ όλη την ευρωπαϊκή βραδυπορία με εξαίρεση την ECB, αντέδρασε στην ύφεση (-7,2% εκτιμάται σήμερα και με 140.000 επιπλέον ανέργους), αυξάνοντας το δημόσιο έλλειμμα και τη ρευστότητα, με το 50% της ύφεσης να βρίσκεται πίσω μας. Το δημόσιο χρέος θα αυξηθεί φέτος κατά 10-12 δισ. ευρώ, χωρίς όμως να τίθενται θέματα βιωσιμότητάς του. Χρειάζεται, όμως, μια αναρρύθμιση της σχέσης με τους δανειστές μας, όπως θα επανοργανωθεί και η σχέση όλης της ευρωπαϊκής οικονομίας με το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης.

Η Ελληνική οικονομία πλήττεται ιδιαίτερα από την COVID-19 λόγω της υψηλής παραγωγικής συμμετοχής του τουρισμού και των υπηρεσιών όπως και των ΜΜΕ. Ετσι, οι δραστηριότητες του τουρισμού και της εστίασης, που αποτέλεσαν συγκριτικό πλεονέκτημα για τη χαμηλής πτήσης έξοδο από την κρίση, λειτουργούν ως αχίλλειος πτέρνα της οικονομίας. Οι «μονοκαλλιέργειες» αργά ή γρήγορα οδηγούν σε πρόβλημα. Επίσης, οι πολίτες περιορίζουν δραστικά τις εξωτερικές τους δραστηριότητες, τις αγορές ένδυσης και υπόδησης, προσπαθούν να αυξήσουν τις αποταμιεύσεις τους και οι επενδυτές περιορίζουν τις επενδύσεις τους, με αποτέλεσμα κλάδοι όπως το εμπόριο, οι κατασκευές, οι μεταφορές να υποφέρουν, ενώ κλάδοι όπως η κοινή ωφέλεια, η υψηλή τεχνολογία, ο αγροτικός τομέας και το real estate να ευνοούνται, όταν μάλιστα μπορούν να υποστηριχθούν εργασιακά από απόσταση. Ομως, επειδή η ελληνική οικονομία βρίσκεται εκτός μεγάλων γραμμών παραγωγής και έχει μεγάλη σκιώδη οικονομία, διαθέτει και αντικυκλικά ανακλαστικά!

Δύο είναι τα μείζονα ζητήματα από εδώ και πέρα, που έχουν όμως θεσμικά και λειτουργικά χαρακτηριστικά: Να μπορέσει ο ιδιωτικός τομέας να βρει τον δρόμο του προς τα διαθέσιμα κονδύλια. Οι πολιτικοί, συνήθως, το ξεχνούν και πιστεύουν ότι η διόγκωση των δημοσιονομικών πιστώσεων και η ενίσχυση της ρευστότητας είναι αρκετές. Ομως, μεταξύ της προσφοράς και της ζήτησης υπάρχει το θεσμικό πλαίσιο (π.χ. τράπεζες και ?ημόσιο) που δεν διαθέτει πάντοτε διοικητική επάρκεια. Το δεύτερο ερώτημα αφορά το ευρωπαϊκό πλαίσιο και συγκεκριμένα το κατά πόσο θα μπορέσει να «ξεκλειδώσει» την προσφορά και να ενισχύσει τη ζήτηση σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Η Ελληνική κυβέρνηση και η ελληνική κοινωνία, με την πειθαρχημένη διάθεση προσαρμογής, υπερασπίστηκαν τη ζωή απέναντι στην αξία της οικονομικής λειτουργίας και αυτό ήταν μια σοφή επιλογή, αφού απεδείχθη ότι οι χώρες που επέλεξαν να κάνουν το αντίθετο στη συνέχεια αναγκάστηκαν να οπισθοχωρήσουν, πληρώνοντας υψηλό τίμημα και στην υγεία, και στην οικονομία. Από εδώ και πέρα έχουμε δύο δρόμους μπροστά μας: να αναπτύξουμε μια διαβρωτική εσωστρέφεια ή να ανταποκριθούμε στις προκλήσεις του καινούργιου κόσμου της μετά COVID-19 εποχής με μια βαθιά μεταρρυθμιστική στάση. Ετσι και αλλιώς, το αναπάντεχο μέλλον μάς βάζει υποχρεωτικά στον δεύτερο δρόμο. Εξυπνάδα, ευελιξία, αποφασιστικότητα και προσαρμοστικότητα είναι πολύτιμες αναπτυξιακές δυνάμεις που τώρα χρειαζόμαστε για να αντιμετωπίσουμε το έλλειμμα πόρων. Εξάλλου, απεδείχθη από το επιδημιολογικό ότι η ανταμοιβή (λίγοι οι θάνατοι για εμάς) έρχεται μόνο για τους αποφασισμένους και τους οραματιστές. Το ίδιο απαιτεί και το μέλλον της ελληνικής οικονομίας.