Τα ανοιχτά μέτωπα της εξωτερικής πολιτικής

γράφει ο Κώστας Υφαντής*

*Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και ερευνητικός εταίρος στο ΙΔΙΣ

Τελικά, το καλοκαίρι ήταν ήρεμο στο πεδίο… Παρά τις συνηθισμένες ρητορικές εξάρσεις, η Αγκυρα σεβάστηκε το άτυπο moratorium του καλοκαιριού. Οχι χωρίς σημαντικές εξαιρέσεις, βεβαίως. Το άνοιγμα της Αμμοχώστου δημιουργεί νέα τετελεσμένα, που έρχονται να επιβεβαιώσουν ότι η επιμονή της Τουρκίας στη νομιμοποίηση της διχοτόμησης ίσως δεν είναι μια αρχική, μαξιμαλιστική διαπραγματευτική θέση. Στο Κυπριακό, το καλοκαίρι δεν ήταν καθόλου ήρεμο. Στο μέτωπο των ελληνοτουρκικών σχέσεων, η ακτινογραφία της στιγμής είναι εξαιρετικά θολή.

Ποια είναι, όμως, τα δεδομένα;

Πρώτον, παραμένουμε σε κατάσταση αποκλιμάκωσης που επιβεβαιώθηκε από τη συνάντηση του Ελληνα πρωθυπουργού και του Τούρκου Προέδρου στις 14 Ιουνίου 2021. Είναι πιθανή μια νέα συνάντηση στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη στο τέλος Σεπτεμβρίου.

Δεύτερον, η Τουρκία δεν έχει ακόμη προτείνει ημερομηνία για τον επόμενο γύρο των διερευνητικών επαφών. Είναι προφανές ότι είναι μία διαδικασία που δεν την επιθυμεί, έχει συρθεί σε αυτήν και θα συνεχίσει να την απαξιώνει, επιδιώκοντας μία πολιτική διαπραγμάτευση σε υψηλό επίπεδο.

Τρίτον, στην κορυφή της τουρκικής ατζέντας και για λόγους ουσίας, αλλά και εντυπώσεων είναι η Θράκη και το καθεστώς αποστρατιωτικοποίησης των ελληνικών νησιών του ανατολικού Αιγαίου. Και στις δύο περιπτώσεις, η τουρκική ηγεσία θεωρεί ότι απολαμβάνει ενός νομικού πλεονεκτήματος αλλά και ενός «ηθικού» πλεονεκτήματος στα μάτια της διεθνούς κοινότητας. Για τον Πρόεδρο Ερντογάν, η επιμονή με τη Θράκη είναι όχι μόνο συμβολικού χαρακτήρα. Εντάσσεται οργανικά στο αφήγημα που έχει οικοδομήσει για τον εαυτό του ως πρωταθλητή των δικαιωμάτων των απανταχού Τούρκων, αλλά και σουνιτών μουσουλμάνων. Η πολιτική πίεση θα συνεχιστεί. Το ζήτημα της αποστρατιωτικοποίησης των ελληνικών νησιών είναι κρίσιμο. Η Αγκυρα θεωρεί ότι μπορεί εμμέσως να αμφισβητεί την ελληνική κυριαρχία αναφερόμενη στη Συνθήκη της Λωζάννης και έτσι να ενισχύσει τη θέση της ότι πριν από τη διαπραγμάτευση για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ θα πρέπει να λάβει χώρα μια διαπραγμάτευση για το καθεστώς κάποιων νησιών. Σε αυτό το πλαίσιο, η Τουρκία θα συνεχίσει να επιδιώκει μια περιφερειακή πολυμερή διάσκεψη κορυφής και καλό θα είναι η Αθήνα (και η Λευκωσία) να είναι έτοιμη με δικές της προτάσεις.

Την ίδια στιγμή, η Τουρκία κινείται για να ενισχύσει τη θέση της στην περιοχή. Η τουρκική διπλωματία έχει αποδυθεί σε μια μεγάλη προσπάθεια να βελτιώσει τις διμερείς σχέσεις με κρίσιμους γεωπολιτικούς παίκτες στην ανατολική Μεσόγειο και την ευρύτερη Μέση Ανατολή. Είναι σε εξέλιξη μια επιχείρηση γοητείας στην Αίγυπτο, στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, σε πρωτεύουσες της Ε.Ε. και φυσικά στην Ουάσιγκτον. Προφανώς και αυτή η επιχείρηση διπλωματικής επαναφοράς θα συνεχιστεί με αμείωτη ένταση. Αλλωστε, δεν είναι η πρώτη φορά. Αν δεν αλλάξει κάτι δραματικά, η σταδιακή επαναπροσέγγιση της Αγκυρας με περιφερειακούς παράγοντες θα εξελιχθεί ομαλά.

Αυτό δεν χρειάζεται να προκαλεί ανησυχία στην Αθήνα. Το πλέγμα των στρατηγικών σχέσεων που οικοδόμησε η ελληνική εξωτερική πολιτική δεν είναι συγκυριακού χαρακτήρα, έστω και αν τις υπαγόρευσε η τουρκική επιθετικότητα. Η Ελλάδα έχει καταφέρει να αναδειχθεί σε σημαντικό παίκτη στην περιοχή, ανακαλύπτοντας συμπτώσεις συμφερόντων και χτίζοντας συνεργασίες στο πεδίο της ασφάλειας που υπερβαίνουν την όποια στιγμιαία -στον ιστορικό χρόνο- αντιτουρκική συσπείρωση. Οι διμερείς σχέσεις με τους πιο επιδραστικούς περιφερειακούς παίκτες έχουν ήδη βελτιώσει τους συσχετισμούς ισχύος υπέρ της Αθήνας και αυτό θα παραμείνει ένα στοιχείο της ελληνικής στρατηγικής.

Το φθινόπωρο και ο χειμώνας θα είναι μια περίοδος γεμάτη από εξελίξεις σε πολλά μέτωπα. Στην Ευρωπαϊκή Ενωση, οι γερμανικές εκλογές και το αποτέλεσμά τους θα διαμορφώσουν ένα νέο τοπίο, αφού μετά από δύο σχεδόν δεκαετίες η Αγκελα Μέρκελ δεν θα αποτελεί μέρος της διαπραγμάτευσης. Μία νίκη των Σοσιαλδημοκρατών θα είναι σημαντική, αλλά δύσκολα θα δούμε μείζονες αλλαγές στη γερμανική εξωτερική πολιτική. Στις ΗΠΑ, οι εικόνες της αποχώρησης των τελευταίων στελεχών των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων θα ξεχαστούν και οι προτεραιότητες της διοίκησης Μπάιντεν στο εσωτερικό και στο εξωτερικό θα επανέλθουν στην επικαιρότητα. Οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις θα συνεχίσουν να διαμορφώνονται περισσότερο από το ζήτημα των S-400 και των σχέσεων της Αγκυρας με την Μόσχα και λιγότερο από τη δραστηριοποίηση της Τουρκίας στο Αφγανιστάν.

Ισως το πιο σημαντικό μέτωπο για την ελληνική εξωτερική πολιτική βρίσκεται στην έρημο της Λιβύης. Η Αγκυρα θα συνεχίσει να διεκδικεί τον ρόλο που της επεφύλαξε ο Σαράτζ και η Αθήνα θα συνεχίσει να αναδεικνύει τον τουρκικό τυχοδιωκτισμό. Οι εκλογές είναι ορόσημο.