Τα σενάρια της επόμενης ημέρας

γράφει ο Κώστας Υφαντής*

*Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και ερευνητικός εταίρος στο ΙΔΙΣ

Οι αναφορές σε τουρκική μειονότητα δεν είναι καινούργιες. Αντανακλούν τις πάγιες τουρκικές θέσεις και δεν πρόκειται να αλλάξουν, ακόμη και αν κάποια στιγμή οι δύο χώρες συμφωνήσουν σε όλα τα υπόλοιπα. Για την Τουρκία, η μειονότητα θα είναι πάντοτε εθνοτικά προσδιορισμένη και ο καλύτερος τρόπος αντιμετώπισης του όποιου υφέρποντος τουρκικού αλυτρωτισμού είναι ο απόλυτος σεβασμός των δικαιωμάτων της και η ευημερία της κατ’ εικόνα και ομοίωση της πλειοψηφίας.

Πλέον το βλέμμα είναι στραμμένο στη συνάντηση του Ελληνα πρωθυπουργού με τον Τούρκο Πρόεδρο σε περίπου δύο εβδομάδες. Μία συνάντηση που τόσο επιθυμούσε η Αγκυρα και μπορεί να αποδειχθεί σημαντική για τη συνέχεια. Υπάρχει κάτι που ίσως είναι και το πιο κρίσιμο στοιχείο. Περισσότερο από ποτέ έχουν τεθεί τα όρια -όπως τα αντιλαμβάνεται κάθε πλευρά- για μια ενδεχόμενη διαπραγμάτευση επί της ουσίας. Η Αθήνα είναι απολύτως ξεκάθαρη και ακόμη και για όσες και όσους είχαν αμφιβολίες, ο Ελληνας υπουργός Εξωτερικών τις διέλυσε με την παρουσία του στην Αγκυρα. Αλλά και στο «πεδίο» τα μηνύματα της Αθήνας είναι επίσης ξεκάθαρα. Η αντίδραση στις τουρκικές ενέργειες το 2020, οι συνεργασίες με ισχυρούς παίκτες στην ευρύτερη περιοχή και ένα μεγάλο εξοπλιστικό πρόγραμμα δεν επιτρέπουν παρανοήσεις. Από την πλευρά της, η Αγκυρα έχοντας χαμηλώσει την ένταση σε διαχειρίσιμα επίπεδα, εξακολουθεί να επιδιώκει διάλογο «χωρίς προϋποθέσεις» με την απειλή της κλιμάκωσης υπόρρητη, αλλά ευανάγνωστη.

Σε μια τέτοια συνθήκη ποιες μπορεί να είναι οι προοπτικές μιας ενδεχόμενης προσέγγισης; Νομίζω ότι υπάρχουν δύο πιθανά σενάρια. Το πρώτο είναι ένα κακό σενάριο. Η Αγκυρα αναζητά ωφέλιμο χρόνο διαβάζοντας και προσπαθώντας να επηρεάσει τις περιφερειακές εξελίξεις. Η νέα κυβέρνηση στο Ισραήλ, παρά τη σουρεαλιστική σύνθεση του συνασπισμού που τη στηρίζει, ίσως ανοίξει μια χαραμάδα για μια βελτίωση των τουρκοϊσραηλινών σχέσεων. Βεβαίως, οι δυνάμεις που συγκροτούν την νέα κυβέρνηση, με την αυτονόητη εξαίρεση του αραβικού ισλαμικού κόμματος Ra’am, δεν απέχουν όσο κάποιοι νομίζουν από την πολιτική Νετανιάχου. Υπάρχουν διαφοροποιήσεις αλλά είναι μάλλον φυσιολογικές σε έναν συνασπισμό που «ενώνει» δεξιά, κεντρώα και αριστερά κόμματα. Είναι, όμως, δύσκολο να φανταστεί κανείς πώς θα επιβιώσει ο συνασπισμός μόλις οριστικοποιηθεί ότι ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου είναι εκτός παιχνιδιού -το βασικό κίνητρο για την συγκρότησή του- και αρχίσει η συζήτηση για τα ζητήματα που επείγουν. Ετσι, η νέα ισραηλινή κυβέρνηση θα πρέπει πρώτα να επιβιώσει. Σήμερα που μιλάμε, δεν είναι εξασφαλισμένες οι ψήφοι που απαιτούνται στην Κνεσέτ. Σε κάθε περίπτωση, οι προοπτικές των τουρκοϊσραηλινών σχέσεων περνά περισσότερο από την Αγκυρα και λιγότερο από την όποια διάθεση της νέας κυβέρνησης. Δεν αποκλείεται η στήριξη του αραβικού ισλαμικού Ra’am στην κυβέρνηση Λαπίντ να θεωρηθεί το άλλοθι που χρειάζεται για να επιδιώξει την επαναπροσέγγιση αναβαθμίζοντας σε πρώτη φάση τη διπλωματική της εκπροσώπηση στο Τελ Αβίβ.

Στο μέτωπο των τουρκοαιγυπτιακών σχέσεων, το φλερτ της Αγκυρας θα ενταθεί ακόμη περισσότερο και στον βαθμό που η εικόνα των ελληνοτουρκικών σχέσεων είναι καλύτερη, τόσο πιο εύκολο θα είναι για το Κάιρο να ανταποκριθεί, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι σχέσεις Αγκυρας- Καΐρου περνούν από την Αθήνα. Αν όλα πάνε καλά για την Τουρκία σε αυτά τα μέτωπα, τόσο η ελευθερία κινήσεων για αύξηση της πίεσης προς την Αθήνα θα διευρύνεται και η επανεμφάνιση των ερευνητικών σκαφών θα είναι περισσότερο πιθανή, πρώτα στην κυπριακή ΑΟΖ. Στη Λιβύη θα είναι κρίσιμοι οι επόμενοι μήνες όπου θα φανούν οι αντοχές της προσωρινής κυβέρνησης και στις πιέσεις της Αγκυρας για αδειοδοτήσεις σε περιοχές του τουρκολιβυκού μνημονίου.

Υπάρχει βεβαίως και ένα καλύτερο σενάριο. Αναγνωρίζοντας, πρώτον, ότι οι συσχετισμοί διπλωματικής ισχύος δύσκολα θα αλλάξουν για αρκετό καιρό, συνειδητοποιώντας, δεύτερον, ότι η Ουάσιγκτον δεν είναι διατεθειμένη να μπει σε παζάρια για τους όρους βελτίωσης των αμερικανοτουρκικών σχέσεων και στην προοπτική της αποκατάστασης της ισορροπίας στρατιωτικής ισχύος στο Αιγαίο τρίτον, η Αγκυρα να αναζητά όντως έναν συμβιβασμό. Ποια θα είναι η λογική αυτού του συμβιβασμού δεν είναι τόσο δύσκολο να αποκωδικοποιηθεί. Η Κύπρος πιθανότατα θα είναι εκτός μιας τέτοιας συζήτησης όπως και τα δικαιώματα του Καστελλόριζου. Στην πρώτη περίπτωση, η Τουρκία δεν θα υποχωρήσει από το πλαίσιο των «δύο κυρίαρχων κρατών ή πολιτειών». Στην δεύτερη, το Καστελλόριζο ακυρώνει το όραμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» και στην Αγκυρα ξέρουν ότι η νομική θέση της Ελλάδος είναι αδύναμη. Αν τα παραπάνω ισχύουν, τότε ο όποιος συμβιβασμός θα αφορά το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο νότια της Κρήτης και ίσως των Δωδεκανήσων. Η Αθήνα έχει ήδη εξαγγείλει ότι η επέκταση των χωρικών υδάτων προς τα νότια θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη και κανένας δεν δικαιούται να αιφνιδιαστεί.

Η Ελληνική διπλωματία θα πρέπει να προετοιμάζεται για το πρώτο σενάριο και να διαπραγματεύεται στη λογική του δεύτερου.