Θα έρθει ανάσταση και στην ελληνική οικονομία;

γράφει ο Παναγιώτης Λιαργκόβας*

*Πρόεδρος του ΚΕΠΕ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου

Σε λίγες ώρες όλοι θα γιορτάζουμε την Ανάσταση του Κυρίου. Και, βέβαια, ελπίζουμε να είναι το τελευταίο Πάσχα που θα βρισκόμαστε κάτω από μέτρα περιορισμού των μετακινήσεων. Καθώς σταδιακά αίρονται τα μέτρα αυτά, όλοι μας σκεφτόμαστε την επόμενη ημέρα. Θα γυρίσουμε εκεί που βρισκόμασταν πριν από την πανδημία ή σε έναν άλλο κόσμο; Η εκτίμησή μου είναι ότι η επιστροφή μας στην κανονικότητα θα συνοδευτεί με μια άλλη -διαφορετική- εικόνα της χώρας μας, που σταδιακά θα παίρνει ολοένα και πιο καθαρή μορφή.

Δεν υπαινίσσομαι ότι ξαφνικά θα θεραπεύσουμε τις παθογένειες της ελληνικής οικονομίας και της δημόσιας διοίκησης. Τη χαμηλή παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα, τις χαμηλές εξαγωγές και επενδύσεις, τη μονοθεματική οικονομία χαμηλής προστιθέμενης αξίας, χαμηλής εμπιστοσύνης και παγιωμένης εσωστρέφειας, τις αργές διαδικασίες τεχνικής ωρίμανσης, δημοπράτησης και εκτέλεσης σημαντικών αναπτυξιακών έργων. Ούτε θα εξαφανίσουμε τα τεράστια και πολλά ιδιωτικά και δημόσια χρέη που συσσωρεύτηκαν στις δύο απανωτές κρίσεις που αντιμετώπισε η χώρα. Ομως, θα έχουμε μια ιστορική και μοναδική ευκαιρία να αντιμετωπίσουμε κάποιες νέες προκλήσεις που εμφανίζονται ταυτόχρονα στη χώρα μας: την τεράστια εισροή πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης και την ψηφιακή επανάσταση.

Συνυπολογίζοντας τη χρονική κλίμακα των εισροών και το μέγεθος της οικονομίας, τα κεφάλαια του Ταμείου Ανάκαμψης αποτελούν μια μεγάλη αναπτυξιακή ένεση, διπλάσια σε μέγεθος -σε τρέχουσες τιμές- από το Σχέδιο Μάρσαλ, ικανή να μεταμορφώσει τη χώρα. Για την απορρόφηση των πόρων αυτών έχει σχεδιαστεί ένα συνεκτικό στρατηγικό σχέδιο που είναι βασισμένο στις προτάσεις και στις στρατηγικές κατευθύνσεις της επιτροπής Πισσαρίδη, που ενσωματώνει όλες τις σύγχρονες παγκόσμιες τάσεις και έχει κάνει μια ακριβή διάγνωση τόσο των διαχρονικών στρεβλώσεων της οικονομίας μας όσο και των συγκριτικών μας πλεονεκτημάτων. Το στρατηγικό αυτό σχέδιο θα συμβάλει στη βέλτιστη παραγωγική αξιοποίηση και μόχλευση όλων των διαθέσιμων κεφαλαίων από το Ταμείο Ανάκαμψης και τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά ταμεία, που αθροίζουν κοντά στα 70 δισ. ευρώ και είναι ικανά να συνεισφέρουν πάνω από 7 ποσοστιαίες μονάδες στο ΑΕΠ την επόμενη πενταετία, με μια βέβαια σημαντική προϋπόθεση: ότι θα αξιοποιηθεί σωστά και δεν θα γίνει αντικείμενο πελατειακών διευθετήσεων, όπως έχει γίνει στο παρελθόν το ΕΣΠΑ.

Από την άλλη πλευρά, οι ψηφιακές αλλαγές που συντελούνται είναι ικανές να μεταμορφώσουν τη δημόσια διοίκηση. Μια πρώτη γεύση από τις δυνατότητες που ανοίγονται μπροστά μας έχουμε ήδη διαπιστώσει με τις πολυάριθμες εφαρμογές που ο αρμόδιος υπουργός Κυριάκος Πιερρακάκης ολοκλήρωσε κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Οι ψηφιακές τεχνολογίες θα βελτιώσουν την παραγωγική λειτουργία, αλλά θα απαιτήσουν προσαρμογές των εργαζομένων σε διάφορους τομείς οικονομικής δραστηριότητας. Και εδώ έρχεται το νέο νομοσχέδιο του υπουργού εργασίας Κωστή Χατζηδάκη, που στοχεύει ακριβώς σε τέτοιου είδους προσαρμογές. Με την κάρτα εργασίας, για παράδειγμα, προστατεύεται ο εργαζόμενος γιατί θα μπορεί και από το κινητό του τηλέφωνο να καταγράφει πότε προσέρχεται στην εργασία του, πότε αποχωρεί και πόσες ώρες εργάζεται υπερωριακά. Θα μπορεί έτσι να έχει αξιώσεις για επιπλέον αμοιβή σε περίπτωση υπέρβασης του νόμιμου ωραρίου.

Αποτρέπεται η αδήλωτη και ανασφάλιστη εργασία, που αποτελούσε μια μάστιγα για τον εργαζόμενο αλλά και για την οικονομία συνολικά. Είναι γνωστό ότι επιχειρήσεις στην γκρίζα ζώνη της οικονομίας δεν μεγεθύνονται, δεν επενδύουν συστηματικά σε νέες τεχνολογίες και δεν εστιάζουν σε εξαγωγές, καθώς στόχος τους είναι να διατηρήσουν ένα χαμηλό προφίλ. Οι επιχειρήσεις αυτές εγκλωβίζουν πόρους που εναλλακτικά θα χρησιμοποιούνταν στην επίσημη οικονομία από εξωστρεφείς επιχειρήσεις. Με άλλα λόγια, παρουσιάζεται μπροστά μας μια τεράστια ευκαιρία όχι απλώς να θεραπεύσουμε τις οικονομικές πληγές που προκαλεί η πανδημία, αλλά να καλύψουμε το χαμένο έδαφος δεκαετιών και να διορθώσουμε τις παθογένειες της ελληνικής οικονομίας και της δημόσιας διοίκησης.