Tι επιδιώκει η Τουρκία στην ανατολική Μεσόγειο

γράφει ο Θάνος Π. Ντόκος*

* Γενικός διευθυντής στο Ελληνικό Ιδρυμα Ευρωπαϊκής & Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ)

Η ορθή κατανόηση των συμφερόντων, επιδιώξεων και ανησυχιών της άλλης πλευράς αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την αποτελεσματική διαχείριση μιας κρίσης και την προστασία των εθνικών συμφερόντων. Η πάγια θέση της Τουρκίας είναι ότι το μέγεθος και η ισχύς μιας χώρας βαραίνουν περισσότερο από το διεθνές δίκαιο και τη γεωγραφική θέση. Για πολλά χρόνια κινείται στο Αιγαίο με βάση αυτή τη λογική, προσπαθώντας να επιβάλλει την άποψη ότι, ανεξαρτήτως της ύπαρξης μεγάλου αριθμού ελληνικών νησιών, από πλευράς υφαλοκρηπίδας το Αιγαίο πρέπει να χωριστεί στη μέση. Η έλλειψη τεχνικών μέσων, οι περιορισμένες προοπτικές ανακάλυψης σημαντικών κοιτασμάτων υδρογονανθράκων και, κυρίως, η ισορροπία στρατιωτικών δυνάμεων συνέβαλαν στο να μην έχουμε πιο ακραίες τουρκικές κινήσεις αμφισβήτησης στην περιοχή αυτή.

Στην ανατολική Μεσόγειο, όμως, το διακύβευμα για την Τουρκία είναι σημαντικότερο, το περιβάλλον ασφαλείας διαφορετικό και η Αγκυρα έχει επενδύσει σημαντικά ποσά στην απόκτηση εξειδικευμένων πλοίων για θαλάσσιες έρευνες και γεωτρήσεις, τα οποία και προτίθεται να χρησιμοποιήσει. Στην περιοχή αυτή, λοιπόν, η Τουρκία θεωρεί ότι απειλείται με αποδυνάμωση των διεκδικήσεών της, μερική απώλεια του ρόλου της ως κεντρικού ενεργειακού κόμβου και γεωπολιτική περιθωριοποίηση σε μια περιοχή υψηλής αξίας για τα τουρκικά συμφέροντα (βλέπε και απόψεις Νταβούτογλου για τη σημασία της Κύπρου και της ανατολικής Μεσογείου για την Τουρκία). Οι θετικές προοπτικές γεωγραφικής διεύρυνσης και περαιτέρω εμβάθυνσης των τριγωνικών συνεργασιών (Ελλάδα και Κύπρος, με Ισραήλ και Αίγυπτο αντίστοιχα, με αυξανόμενο αμερικανικό ενδιαφέρον) ενισχύουν περαιτέρω την τουρκική αίσθηση απομόνωσης, ενώ οι νέες ενεργειακές ανακαλύψεις μεγεθύνουν το διακύβευμα, από ενεργειακής και γεωοικονομικής άποψης. Τα ανακαλυφθέντα κοιτάσματα δεν αποτελούν ακόμη κρίσιμη μάζα (game changer), αλλά οι προοπτικές είναι λίαν καλές.

Η Τουρκία θα χρησιμοποιήσει όλα τα μέσα που έχει στη διάθεσή της για να αποτρέψει αυτές τις εξελίξεις και να διαταράξει την «κανονικότητα» στην κυπριακή ΑΟΖ. Εχει υιοθετήσει μια απίστευτα μαξιμαλιστική θέση όσον αφορά τις διεκδικήσεις της στην ανατολική Μεσόγειο, ουσιαστικά σβήνοντας από τον χάρτη όχι μόνο το Καστελόριζο (με τις όποιες γεωγραφικές ιδιαιτερότητες) αλλά και Κύπρο, Κρήτη, Ρόδο και Κάρπαθο, όσον αφορά την επήρειά τους στη διεκδίκηση θαλάσσιων ζωνών. Δεν θα «ενοχλήσει» πλοία αμερικανικών ή γαλλικών συμφερόντων και δυσκολεύεται να προκαλέσει θερμό επεισόδιο με την Κυπριακή Δημοκρατία, καθώς η τελευταία δεν διαθέτει αεροναυτικές δυνάμεις. Θα προσπαθήσει, όμως, να δημιουργήσει τετελεσμένα μέσω της πραγματοποίησης των δικών της γεωτρήσεων. Και στο παρασκήνιο θα διαπραγματευτεί ανταλλάγματα με διάφορες εμπλεκόμενες πλευρές.

Η εκτίμηση ότι ο Πρόεδρος Ερντογάν κινείται πάντοτε με ορθολογικά κριτήρια, μοιάζει να τίθεται εν αμφιβόλω, καθώς προκάλεσε μια μείζονα (και για πολλούς αχρείαστη) εσωτερική πολιτική κρίση με την ακύρωση των δημοτικών εκλογών στην Κωνσταντινούπολη, εν μέσω οικονομικής κρίσης και σοβαρότατων δυσκολιών στις σχέσεις του με τις ΗΠΑ (και με το συριακό/κουρδικό ζήτημα ανοιχτό). Απευθυνόμενος όλο και περισσότερο σε ένα εθνικιστικό ακροατήριο, ο Ερντογάν πιθανότατα θα αισθανθεί υποχρεωμένος να συνεχίσει να υιοθετεί μια σκληρή ρητορική, συνοδευόμενη από ανάλογες ενέργειες. Σε ανάλογες καταστάσεις ελλοχεύει ο κίνδυνος ατυχήματος και το ενδεχόμενο προσπάθειας εξαγωγής της κρίσης. Ελπίζει, δε, κανείς ότι η τουρκική πλευρά έχει ακόμη συναίσθηση των συνεπειών μιας έμπρακτης αμφισβήτησης ελληνικών θαλάσσιων ζωνών.

Οσον αφορά τη διαχείριση της σοβαρής αυτής κρίσης από την Κυπριακή Δημοκρατία και την Ελλάδα -και με δεδομένες τις πολύ περιορισμένες προοπτικές προόδου στις διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό- θα πρέπει να αποφευχθεί η στρατιωτικοποίηση της κρίσης (καθώς αυτό επιδιώκει η Αγκυρα) και να επιχειρηθεί η αποδυνάμωση των όποιων τετελεσμένων (μονομερείς κινήσεις αυτού του είδους έχουν περιορισμένο, αλλά δυστυχώς όχι μηδενικό αντίκτυπο) και η συνέχιση της «κανονικότητας», με την υλοποίηση του προγράμματος γεωτρήσεων από διεθνείς εταιρείες. Χρήσιμες μπορεί να είναι και μη-συμβατικές αντιδράσεις (επιδίωξη έκδοσης διεθνών ενταλμάτων σύλληψης), καθώς και η καταδίκη σε διεθνή φόρα και από σημαντικούς «παίκτες».

Θα πρέπει, πάντως, να σημειωθεί ότι οι απώλειες της Τουρκίας δεν μεταφράζονται αυτομάτως σε οφέλη για Ελλάδα και ότι η ρήξη ΗΠΑ-Τουρκίας δεν είναι οριστική (αν και χρήζει προσεκτικής διερεύνησης η έκταση της δομικής βλάβης στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις). Μεταξύ του «πρόσω ολοταχώς» και του «όπισθεν ολοταχώς», η Ελλάδα θα πρέπει να επιλέξει το «σπεύδε βραδέως», με προσεκτικές κινήσεις και χωρίς να βασίζεται υπερβολικά σε διαβεβαιώσεις τρίτων περί στήριξης, καθώς τα συμφέροντα που διακυβεύονται είναι σημαντικά και οι θέσεις των μεγάλων δυνάμεων συχνά ευμετάβλητες (ειδικά σε περιπτώσεις ηγετών που στηρίζονται υπερβολικά στην προσωπική τους διαπραγματευτική ικανότητα, όπως ο Πρόεδρος Τραμπ).

Χρειάζεται ενεργός συμμετοχή στη διαμόρφωση ευρωπαϊκής πολιτικής απέναντι στην Τουρκία, συνέχιση εμβάθυνσης τριμερών συνεργασιών, δημιουργία Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας, ενίσχυση, στο μέτρο του δυνατού και με ρηξικέλευθες επιλογές, της αμυντικής ικανότητας της χώρας. Δεν θα έβλαπτε, τέλος, μια «επίθεση νομιμότητας», με πρόταση υποβολής των διαφωνιών Ελλάδας - Τουρκίας και Κύπρου - Τουρκίας σε θέματα θαλάσσιων ζωνών σε αρμόδιο διεθνές δικαιοδοτικό όργανο.