Εμβολιασμός και συναίνεση

Το δίλημμα που θέτει η καταπολέμηση της πανδημίας, είκοσι μήνες μετά την εμφάνισή της, στις κυβερνήσεις κρατών-μελών της Ε.Ε. είναι πώς θα τηρήσουν την επιταγή προς προστασία της υγείας του πληθυσμού με εμβολιασμούς, χωρίς να προσβάλουν τη νομιμότητα που απαιτεί συγκατάθεση των πολιτών για να εμβολιαστούν.

Είναι παγιωμένη κατάκτηση ότι η βούλησή μας πρέπει να παραμένει ελεύθερη. Αποτυπώνεται ως αρχή ορθολογικότητας στο δίκαιο με τη μορφή, εν προκειμένω, ότι οιαδήποτε επέμβαση στα σώματά μας προϋποθέτει συναίνεση. Υπό συνθήκες μη έκτακτες, όπως πανδημίας, κάτι τέτοιο ούτε ως θέμα συζήτησης θα νοείτο να τεθεί. Στις δημοκρατίες η λογική, ο διάλογος, η πειθώ αρκούν. Το ότι υπάρχει κόσμος που δεν πείθεται να εμβολιαστεί δεν συνιστά ορθολογική βάση για να καταστεί ο εμβολιασμός υποχρεωτικός. Πολύ περισσότερο καθώς παρουσιάστηκαν περιπτώσεις θρομβώσεων από το εμβόλιο AstraZeneca, που έκαναν τον κόσμο να θορυβηθεί. Ο φόβος είναι ανθρώπινο συναίσθημα και δεν ενεργοποιείται μόνο σε σχέση με την προστασία από τον ιό, αλλά και σε σχέση με την προστασία από ανεπιθύμητες παρενέργειες εξ εμβολίων κατά του ιού. Το επιχείρημα ότι οι περιπτώσεις αυτές είναι στατιστικά λίγες δεν λέει πολλά. Υπάρχει κίνδυνος ή δεν υπάρχει; Κακώς σε επίπεδο Ε.Ε. κατά την προμήθεια των εμβολίων δεν υποχρέωσαν τις φαρμακοβιομηχανίες να πληροφορούν τον κόσμο και να εκδίδονται κάθε τόσο σε συνεργασία μαζί τους «οδηγίες» σε σχέση με τους εμβολιασμούς προς προστασία του πληθυσμού. Στην πράξη τούτο μετέθεσε στις κυβερνήσεις των εθνικών κρατών την υποχρέωση πληροφόρησης των πολιτών, οπότε και τη σχετική ευθύνη, ενώ όμως αυτές δεν είναι σε θέση πια να υποχρεώσουν τους φαρμακευτικούς κολοσσούς μεμονωμένα προς παροχή μιας τέτοιας πληροφόρησης. Μπορούν, λοιπόν, οι κυβερνώντες, παρόλο που αρκετοί φοβούνται να εμβολιαστούν, να κάμψουν τη βούλησή τους, αν όχι με υποχρεωτικό εμβολιασμό, με τον τρόμο ότι θα απολυθούν ή με «διαχωρισμούς»; Ποιο θα είναι, όμως, το μέλλον της δημοκρατίας, αν νομοθετηθούν τέτοια μέτρα;