Η συμπόνια του Ντίκενς

Στο δημοτικό, οι συμμαθήτριές μου κι εγώ λατρεύαμε τον Ντίκενς. Τα δημοφιλέστατα -στην εποχή μας- «Κλασσικά Εικονογραφημένα» βρίσκονταν πάντα στις σχολικές μας τσάντες και κάτω από το μαξιλάρι μας. 

Και η «Χριστουγεννιάτικη ιστορία» (όπου ο άκαρδος και τσιγκούνης Σκρουτζ από... εξολοθρευτής των φτωχών μετατρέπεται σε γενναιόδωρο ευεργέτη τους) και ο «Ντέιβιντ Κόπερφιλντ» (εκεί μας αποκαλύφθηκε, πρώτη φορά, το στυγνό πρόσωπο της εργοδοσίας) και ο πολυαγαπημένος «Ολιβερ Τουίστ», και το πιο δύσκολο, «Ο κοινός μας φίλος» (με τη φιλανθρωπία να καταλήγει επιχείρηση και τα ορφανά εμπορεύσιμα αγαθά).

Τον Τσαρλς Ντίκενς, που έφυγε σαν σήμερα το 1870, τον είχαν εγκωμιάσει θερμά ο Τουργκένιεφ και, φυσικά, ο Μαρξ, που αγαπούσε τον ρεαλισμό των έργων του. Ελεγε, μάλιστα, πως «οι εύγλωττες σελίδες του προσέφεραν περισσότερες αλήθειες από όλους μαζί τους επαγγελματίες πολιτικούς». Κάποιος άλλος έβρισκε αφόρητο τον «συναισθηματικό μεσοαστισμό» του. Ο Λένιν, φυσικά. 

Πολύ αργότερα, ο Τζορτζ Οργουελ έγραφε πως «κανένας συγγραφέας δε συνδυάζει τέτοια έλλειψη στόχων με τόσο μεγάλη ζωντάνια!». 

Οποιος και να ήταν, πάντως, «νοσταλγός του Μεσαίωνα», «προλεταριακός» συγγραφέας ή «εκφραστής της μεσαίας τάξης», εμείς όλες τον αγαπήσαμε πολύ, γιατί έζησε και φοβήθηκε τόσο πολύ τη φτώχεια, αλλά και γιατί ένιωσε και το μεγαλείο της συμπόνιας. 

Ταυτίζομαι με τον Τολστόι, που έλεγε: «Ολοι οι χαρακτήρες του Ντίκενς είναι προσωπικοί μου φίλοι, τους συγκρίνω με αληθινά πρόσωπα. Με τόση ζωντάνια τούς έγραψε».

Τον αγαπάω τον Ντίκενς και για κάτι ακόμη που είπε: 

«Εχω υποφέρει, και αυτό με έχει κάνει πιο δυνατό από κάθε άλλο μάθημα. Εχω λυγίσει και έχω σπάσει παίρνοντας -ελπίζω- ένα καλύτερο σχήμα».