Χαμένοι στη μετάφραση

Η γιαγιά μου και ο παππούς μου ήταν πρόσφυγες. Ηρθαν το 1922 στη Νέα Φιλαδέλφεια. Μόλις είχαν παντρευτεί στην Κωνσταντινούπολη και τους ξερίζωσαν.

?εν έφεραν τίποτε εδώ από την όμορφη και άνετη ζωή τους εκεί. Μόνο το χαμόγελο και τον πολιτισμό τους. Για να επιβιώσουν, εκείνη έγινε καθαρίστρια κι εκείνος ψαράς. Ηταν καλοί άνθρωποι και η γειτονιά τούς αγκάλιασε αμέσως.

Οι λίγοι τούς έλεγαν τουρκόσπορους, αλλά οι πολλοί τούς αγαπούσαν και τους στήριζαν. Αν έρχονταν εδώ σήμερα, στον αιώνα μου (που θα έπρεπε λογικά όλα να ήταν καλύτερα), θα χρειαζόταν κάποιος σοβαρός άνθρωπος να τους εξηγήσει γιατί θα έπρεπε να μείνουν σε κάποια άθλια hotspots στα νησιά και στον Εβρο, για μια ζωή-τιμωρία.

Να τους πει γιατί πρέπει να παραμένουν χωρισμένες οι οικογένειες των προσφύγων και δεν προχωρούν οι επανενώσεις. Γιατί ανήλικα παιδιά ζουν μια άθλια ζωή, απροστάτευτα, άστεγα ή φυλακισμένα. Γιατί βρίσκονται υπό κράτηση σε αστυνομικά τμήματα. Επειδή ξεριζώθηκαν;

Γιατί κάποιοι καταργούν το δικαίωμα προσφυγής όσων απορρίφθηκε η αρχική αίτησή τους για άσυλο;

Γιατί δεν μεταφέρονται όλοι αυτοί οι δυστυχισμένοι άνθρωποι σε αξιοπρεπή κέντρα φιλοξενίας της ηπειρωτικής Ελλάδας και μετά να πηγαίνουν στις χώρες πραγματικού προορισμού τους;

Η γιαγιά μου η Σοφία και ο παππούς μου ο Δημήτρης δεν θα έμεναν με σταυρωμένα τα χέρια μπροστά σε όλη αυτήν την εκρηκτική αδικία και στην ένταση της καταστολής και του αυταρχισμού, γιατί απλώς δεν θα το χωρούσε το μυαλό τους.

Θα αγωνίζονταν όπως μπορούσαν και τελικά θα τους βοηθούσαν τους πρόσφυγες, γιατί αυτό τους υπαγόρευε ο πολιτισμός τους.

Ο δικός μας τι υπαγορεύει;