Να ακυρωθεί ο διαγωνισμός!

Ενα από τα πλέον κρίσιμα «στοιχήματα» της χώρας μας στην προσπάθειά της να ανακάμψει οικονομικά και να σταθεί πάλι στα πόδια της είναι η προσέλκυση κεφαλαίων και η πραγματοποίηση σημαντικών επενδύσεων, που θα της δώσουν αναπτυξιακή ώθηση, δημιουργώντας ταυτόχρονα νέες θέσεις εργασίας.
Ενα από τα πλέον κρίσιμα «στοιχήματα» της χώρας μας στην προσπάθειά της να ανακάμψει οικονομικά και να σταθεί πάλι στα πόδια της είναι η προσέλκυση κεφαλαίων και η πραγματοποίηση σημαντικών επενδύσεων, που θα της δώσουν αναπτυξιακή ώθηση, δημιουργώντας ταυτόχρονα νέες θέσεις εργασίας. Η έκταση του παλαιού αεροδρομίου του Ελληνικού, που αποτελεί ένα από τα πλέον αξιόλογα ακίνητα στην Ευρώπη, έχει αναμφίβολα όλες τις προϋποθέσεις προκειμένου να αποτελέσει ισχυρό «μαγνήτη» για όσους ενδιαφέρονται να μπουν δυνατά στην ελληνική αγορά. Πρόκειται για «φιλέτο» εξαιρετικά μεγάλης αξίας, πάνω στη θάλασσα και μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε πολύ επικερδή επιχείρηση, συμβάλλοντας παράλληλα -μαζί με ορισμένα ακόμη έργα- στην ποιοτική αναβάθμιση της υποβαθμισμένης σήμερα παραλιακής ζώνης της Αττικής σε τουριστικό προορισμό υψηλού κύρους.

ΛΟΓΙΚΑ, λοιπόν, θα ανέμενε κανείς από τις κυβερνήσεις που χειρίστηκαν το θέμα τα τελευταία χρόνια, καθώς και από το καθ’ ύλην αρμόδιο ΤΑΙΠΕΔ, να φροντίσουν με όλους τους τρόπους να προκαλέσουν το ευρύτερο δυνατό επενδυτικό ενδιαφέρον, δημιουργώντας με τον τρόπο αυτό τις προϋποθέσεις για σκληρό ανταγωνισμό των υποψηφίων «μνηστήρων», ώστε να επιτευχθεί όχι μόνο το υψηλότερο δυνατό τίμημα, αλλά και η πραγματοποίηση ενός μεγάλου έργου πνοής, που θα συμβάλει αποφασιστικά στην ενδυνάμωση της οικονομίας μας, με όρους σεβασμού του περιβάλλοντος και βελτίωσης της ζωής των περιοίκων. Για παράδειγμα, είναι απολύτως βέβαιο ότι η έκταση του Ελληνικού επαρκεί και για τη δημιουργία μητροπολιτικού πάρκου που ζητούν οι κάτοικοι των γύρω περιοχών και για την υλοποίηση των επιχειρηματικών σχεδίων, τα οποία την καθιστούν επενδυτικά ελκυστική.

ΑΝΤΙ, όμως, να συμβεί αυτό που κάθε Ελληνας πολίτης θεωρεί αυτονόητο, οι κυβερνήσεις μας από τον Σεπτέμβριο του 2010, επί ημερών Γιώργου Παπανδρέου, που εμφανίστηκε ο πρώτος υποψήφιος επενδυτής μέχρι και σήμερα, «φρόντισαν» με τις πράξεις και με τις παραλείψεις τους να «διώξουν» όλους τους ισχυρούς ομίλους από το εξωτερικό, που διεκδικούσαν την έκταση. Οι συνεχείς, απαράδεκτες τροποποιήσεις των όρων του διαγωνισμού, οι «γκρίζες ζώνες» και οι ασάφειες στο σχέδιο σύμβασης, αλλά και η απροθυμία των αρμοδίων να επιλύσουν εκ των προτέρων τα νομικά και πολεοδομικά προβλήματα που ταλάνιζαν την επένδυση και να δημιουργήσουν έτσι ένα στοιχειώδες πλαίσιο «ασφάλειας» για τον αγοραστή οδήγησαν τελικά τους οκτώ από τους εννέα συνολικά ενδιαφερομένους στην έξοδο. Με τον τρόπο αυτό, μετά από τέσσερα χρόνια διεργασιών από τρεις κυβερνήσεις και τέσσερις διοικήσεις του ΤΑΙΠΕΔ, απέμεινε μία μόνο δεσμευτική προσφορά, αυτή της Lamda Development του ομίλου Λάτση, που ήταν και ο πρώτος που είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον. Με έναν, δηλαδή, ενδιαφερόμενο ξεκίνησε η διαδικασία εκδήλωσης ενδιαφέροντος και με έναν κατέληξε...

ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΦΑΝΕΣ ότι αυτή είναι μια εξόχως αρνητική και επιζήμια για τα συμφέροντα της χώρας και των πολιτών εξέλιξη. Δεν μπορεί ένα από τα σημαντικότερα περιουσιακά στοιχεία της χώρας, που αποτελεί μια από τις σημαντικότερες ελπίδες αναθέρμανσης της οικονομικής δραστηριότητας στην Αττική, να εκποιηθεί χωρίς πραγματικό ανταγωνισμό. Ποιος θα πιστέψει σε λίγες μέρες, που θα ανοίξει ο φάκελος με την οικονομική προσφορά του μοναδικού υποψήφιου επενδυτή, όσο «καλή» και αν είναι αυτή, ότι πρόκειται για την καλύτερη που θα μπορούσε να επιτύχει η χώρα σε έναν ανοικτό διαγωνισμό, σε πραγματικές συνθήκες σκληρού ανταγωνισμού; Ποιος θα πιστέψει ότι όσα συνέβησαν τα τελευταία χρόνια και «έδιωξαν» επιχειρηματικούς κολοσσούς από τη Βρετανία, την Αμερική, το Κατάρ, το Ισραήλ, που είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον για το έργο, ήταν... τυχαία; Ακόμη και αν πράγματι ήταν, μάλλον κανείς... Είναι λοιπόν ηλίου φαεινότερον ότι το συμφέρον της χώρας, αλλά και το πολιτικό συμφέρον των κυβερνώντων, καθώς και το συμφέρον και της διοίκησης του Ταμείου Αποκρατικοποιήσεων, επιβάλλει την ακύρωση του παρόντος διαγωνισμού και την προκήρυξη νέου, στον οποίο πρέπει να εξασφαλιστεί η συμμετοχή πολλών και δυνατών υποψηφίων. Κάθε άλλη «λύση» θα είναι προβληματική. Και θα την «ακυρώσει» η ζωή...