Quantcast

Η κλίμακα της επίθεσης και τα μηνύματα

γράφει ο Κώστας Υφαντής*

*Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και διευθυντής του ΙΔΙΣ, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Η επίθεση της προηγούμενης Κυριακής ήταν επικίνδυνη και αποτέλεσε την πρώτη μεγάλη πρόκληση για την ισραηλινή ασφάλεια από τον πόλεμο του 1973. Μπορεί να θεωρήθηκε -και εν πολλοίς ήταν- μια συμβολική περισσότερο αντίδραση του θεοκρατικού καθεστώτος του Ιράν, αλλά δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αύξησε κατακόρυφα την αίσθηση υπαρξιακής απειλής των Ισραηλινών πολιτών, ιδιαίτερα μετά τη σφαγή της 7ης Οκτωβρίου. Αυτή η διαχρονική αίσθηση είναι που, σχεδόν κάθε φορά που δέχεται επίθεση η χώρα της Μέσης Ανατολής, θα καθιστά βέβαιη την ισραηλινή αντίδραση. Αυτή ήρθε το ξημέρωμα της Παρασκευής. Το χτύπημα δεν ήταν μαζικό, δεν ήταν αυτός ο στόχος. Η κλίμακα της επίθεσης ήταν τέτοια, ώστε να στείλει το μήνυμα ότι πρώτον το Ισραήλ δεν αφήνει τίποτε χωρίς απάντηση και δεύτερον ότι έχει την ικανότητα να πλήξει την ιρανική επικράτεια με μεγάλη ακρίβεια.

Και σε αυτή την περίπτωση ο στόχος ήταν να αναδειχθεί ότι το Ισραήλ δεν πρόκειται ούτε κατ’ ελάχιστον να συμβιβαστεί σε ζητήματα αποτροπής. Και σε αυτό το πλαίσιο η επίδειξη ικανότητας ανταπόδοσης είναι για τους σχεδιαστές αμυντικής στρατηγικής του Ισραήλ είναι μονόδρομος. Μόνο μία φορά στο παρελθόν το Τελ Αβίβ δεν αντέδρασε και αυτή ήταν το 1991, όταν ο Σαντάμ Χουσεΐν έπληξε την ισραηλινή επικράτεια με πυραύλους Scud. Τότε η πίεση του Προέδρου Μπους στον πρωθυπουργό Γιτζάκ Σαμίρ ήταν ασφυκτική. Ηταν ο πρώτος πόλεμος του Κόλπου και η Ουάσιγκτον δεν ήθελε να διαταραχθεί η ενότητα της συμμαχίας στην οποία συμμετείχαν πολλά αραβικά κράτη και την οποία είχε δημιουργήσει εναντίον του Ιράκ, που μόλις είχε εισβάλει στο Κουβέιτ. Αυτό που βλέπουμε είναι ένα πολεμικό παίγνιο με κινήσεις στρατηγικά υπολογισμένες. Για το Ισραήλ το κρίσιμο επίσης ήταν η ανταπόδοση να ήταν τέτοια ώστε να μην αλλάξει τα δεδομένα. Ενα χτύπημα το οποίο δεν θα ανάγκαζε τις ΗΠΑ να αποστασιοποιηθούν και δεν θα υπονόμευε την αμερικανική υποστήριξη.

Η κατάσταση παραμένει κρίσιμη και από πολλές απόψεις οριακή. Κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος/η ότι η ισραηλινή ενέργεια δεν θα γίνει αντιληπτή από το Ιράν ως παραβίαση των κόκκινων γραμμών και ότι δεν θα οδηγήσει σε μια νέα άμεση αντίδραση που θα δημιουργήσει μια κλιμάκωση η οποία μπορεί να βγει εκτός ελέγχου και να έχει ως αποτέλεσμα αυτό που κανένας από τους δύο αλλά και όλους τους υπόλοιπους παίκτες δεν επιθυμεί: ιρανοϊσραηλινή πολεμική εμπλοκή που δύσκολα δεν θα εξελιχθεί σε περιφερειακή σύγκρουση.

Το πρόβλημα εδώ είναι ότι αν και οι δύο έχουν ως πρώτιστο μέλημα τη διατήρηση της αποτροπής τους απέναντι στον άλλο, η παραβίαση της κόκκινης γραμμής της απευθείας εμπλοκής έχει στην ουσία υπονομεύσει αυτό που ήθελαν να προστατεύσουν εξαρχής. Το ενδεχόμενο μιας σύγκρουσης έχει έρθει πιο κοντά. Το Ιράν δεν μπορεί να σταματήσει να υποστηρίζει τους «αντιπροσώπους» του και το Ισραήλ δεν έχει σκοπό να σταματήσει να τους στοχοποιεί. Η επέκταση της σύγκρουσης είναι πιο πιθανή σήμερα απ’ ό,τι πριν από μία εβδομάδα.

Ακόμη και αν τα πράγματα δεν εξελιχθούν στη βάση του χειρότερου σεναρίου, το στρατηγικό tit-for-tatθα έχει επιπτώσεις που θα συνοδεύουν την περιφερειακή ασφάλεια για πολύ καιρό. Στο εσωτερικό του Ισραήλ, η θέση του Νετανιάχου έχει ήδη ενισχυθεί, ενώ έχει βελτιωθεί και η σχέση του Ισραήλ με τις ΗΠΑ και την Ευρώπη. Την ίδια στιγμή, η ιρανοϊσραηλινή διελκυστίνδα έχει αφήσει τον πόλεμο στη Γάζα σε δεύτερο πλάνο. Μπροστά στον κίνδυνο μιας ανοιχτής πολεμικής αντιπαράθεσης, το ζήτημα της ανθρωπιστικής κρίσης στη Γάζα είναι δευτερεύον από την άποψη της περιφερειακής ασφάλειας.

Για την Ελλάδα και την Ευρώπη συνολικά, το κόστος του πολέμου και το κόστος που προκύπτει από την κατακόρυφη αύξηση της αβεβαιότητας και την πιθανότητα μιας περιφερειακής έκρηξης είναι δεδομένα και δεν χρειάζονται μεγάλη φαντασία. Σε μια τέτοια περίπτωση, το πιθανότατο κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ θα αυξήσει κατακόρυφα την αρνητική αντίδραση των αγορών. Σε ένα άλλο επίπεδο, είναι σίγουρο ότι η σύγκρουση θα κινητοποιήσει με ακόμη μεγαλύτερη ζέση ριζοσπαστικοποιημένους θύλακες στην περιοχή και αλλού στην Ευρώπη. Ο κίνδυνος τρομοκρατικών επιθέσεων, όπως η πρόσφατη στη Μόσχα, είναι πιο ορατός από ποτέ. Οι υπηρεσίες ασφαλείας της χώρας και της Ευρώπης θα δοκιμαστούν και μάλλον αυτή η κατάσταση των πραγμάτων θα εξελιχθεί σε περισσότερο μόνιμη παρά προσωρινή.