Το ΔΝΤ και τα σενάρια εκτροχιασμού της οικονομίας

γράφει ο Παναγιώτης Λιαργκόβας*

* Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και πρώην συντονιστής του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή των Ελλήνων

Την εβδομάδα που πέρασε είδε το φως της δημοσιότητας η έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) για την ελληνική οικονομία. Και όπως συνηθίζεται σε παρόμοιες περιστάσεις, η έκθεση περιείχε τα «καρότα και τα μαστίγια». Μόνο που αυτή τη φορά τα δεύτερα, τα «μαστίγια», ήταν πολύ περισσότερα από τα καρότα. Αναγνώρισε, δηλαδή, το ΔΝΤ αρχικά την αξιέπαινη πρόοδο που έχει σημειώσει η χώρα μας στην εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων, οι οποίες έχουν συμβάλει στην αποκατάσταση της σταθερότητας και της ανάπτυξης, τη μείωση της ανεργίας, τη βελτίωση βιωσιμότητας του χρέους και την επάνοδο στις αγορές. Διαπίστωσε ότι η οικονομική ανάκαμψη στην Ελλάδα επιταχύνεται και διευρύνεται. Η εκτίμησή του, μάλιστα, για φέτος είναι ότι η ανάπτυξη θα φτάσει στο 2,4% (ποσοστό μεγαλύτερο από τις εκτιμήσεις της Ε.Ε. για 2,1%) κάτι που υποστηρίζεται από τις εξαγωγές, την ιδιωτική κατανάλωση και τις επενδύσεις, καθώς βελτιώνεται το κλίμα και ανακάμπτουν οι ιδιωτικές καταθέσεις. Εάν η έκθεση είχε μείνει σε αυτές τις διαπιστώσεις, το κλίμα στη χώρα μας θα ήταν πολύ ευχάριστο. Δεν έμεινε, όμως. Προχώρησε και διαπίστωσε μια σειρά από κινδύνους για εκτροχιασμό της οικονομίας μέχρι το 2021. Κωδικοποιώντας τους, οι κίνδυνοι αυτοί είναι τριών ειδών. Ο πρώτος είναι ο δημοσιονομικός, λόγω των πιθανών δικαστικών αποφάσεων για αναδρομικά, των ενδεχόμενων καταπτώσεων εγγυήσεων του ελληνικού Δημοσίου, αλλά και των προεκλογικών δεσμεύσεων, οι οποίες μπορεί μεν βραχυχρόνια να φαίνονται «φιλολαϊκές», αλλά τα μακροχρόνια αποτελέσματά τους μπορεί να οδηγήσουν την ελληνική οικονομία σε μόνιμα χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ανεργία, τα «κόκκινα» δάνεια, τη βιωσιμότητα του χρέους. Ο δεύτερος κίνδυνος προέρχεται από την κατάσταση στον χώρο των τραπεζών και εντοπίζεται στο μεγάλο ποσοστό «κόκκινων» δανείων που φτάνει το 47% του συνόλου των δανείων, όταν στην υπόλοιπη ευρωζώνη το αντίστοιχο ποσοστό (χωρίς την Ελλάδα) είναι 2,5%. Το Ταμείο ζητά την ταχύτερη μείωση των «κόκκινων» δανείων μέσα από τα τρία σχέδια (επιδότηση μέσα από νέο νόμο Κατσέλη, σχέδια ΤΧΣ και ΤτΕ). Ο τρίτος κίνδυνος εντοπίζεται στον χώρο της πραγματικής οικονομίας λόγω της μεταρρυθμιστικής κόπωσης, της υποτονικής ζήτησης, αλλά και της διεθνούς κρίσης και εκδηλώνεται με ασθενικούς ρυθμούς ανάπτυξης κοντά στο 1% από το 2022 και μετά. Εάν συμβούν όλα αυτά, τότε η Ελλάδα θα αντιμετωπίσει μετά το 2021 μια νέα κρίση χρέους και ρευστότητας και θα έρθει αντιμέτωπη με διλήμματα αντίστοιχα του 2010. Η ανάγνωση της έκθεσης δημιουργεί προφανή ερωτήματα: Υπάρχει περίπτωση να επαληθευτούν αυτά τα σενάρια; Μήπως είναι εξωπραγματικά; Οφείλει η κυβέρνηση να τα λάβει υπόψη της; Η αλήθεια είναι ότι η έκθεση αυτή είναι περισσότερο ηχηρή όσον αφορά τους κινδύνους για την οικονομία μας σε σύγκριση με τις εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Αυτό, όμως, είναι αναμενόμενο γατί η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποτελεί στενότερο εταίρο και επόπτη της ελληνικής οικονομικής πολιτικής. Το ΔΝΤ κρατά μια απόσταση και δεν στρογγυλοποιεί τις απόψεις του λόγω επικείμενων εκλογών. Εχοντας αυτό κατά νου, η έκθεση του ΔΝΤ δεν είναι ευχάριστη, αλλά χρήσιμη και ειλικρινής. Αναδεικνύει πόσο εύθραυστη είναι η οικονομία μας. Οτι δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο μελλοντικής αδυναμίας χρηματοδότησης για μια χώρα με ασθενή αναπτυξιακή δυναμική και υψηλό χρέος σαν τη δική μας. Ο εξωραϊσμός της κατάστασης και οι υποσχέσεις για εύκολες λύσεις δεν βοηθούν. Μια ισχυρή δόση ειλικρίνειας είναι πολύτιμη για τη σωστή ανάγνωση της συγκυρίας, των κινδύνων αλλά και των ευκαιριών. Είναι στο χέρι της κυβέρνησης να διασφαλίσει ότι η χώρα δεν θα ξαναβρεθεί σε αδυναμία χρηματοδότησης, αποκηρύσσοντας πελατειακές πρακτικές και προωθώντας χωρίς καθυστέρηση όλες εκείνες τις δομικές μεταρρυθμίσεις που θα διασφαλίσουν μεσοπρόθεσμα υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης.