Είναι μονόδρομος οι περικοπές στις συντάξεις;

γράφει ο Σάββας Ρομπόλης

Αποτέλεσε σοβαρό επιστημονικό και πολιτικό λάθος από το 2010 και μετά η σύνδεση των οικονομικών του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης (ΣΚΑ) στην Ελλάδα με τους δημοσιονομικούς στόχους και τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις της ελληνικής οικονομίας, τόσο κατά τη μνημονιακή όσο και κατά τη μεταμνημονιακή περίοδο. Κι αυτό γιατί παραγνωρίστηκε η οικονομική θεωρία σύμφωνα με την οποία η ιδιοκτησία των καταβαλλόμενων εισφορών δεν ανήκει στο κράτος, όπως οι φόροι, αλλά ανήκει στους ασφαλισμένους, τους συνταξιούχους και στις νέες γενιές.

Στις συνθήκες αυτές, ο κεντρικός αυτός στόχος στο ΣΚΑ υλοποιήθηκε, κατά βάση, με τις 27 διαδοχικές μειώσεις (45%) των κύριων αλλά και των επικουρικών συντάξεων, του εφάπαξ, κ.λπ., κατά την περίοδο 2010-2017, αφαιρώντας από τους συνταξιούχους τουλάχιστον 50 δισ. ευρώ.

Σήμερα, 40 ημέρες πριν από τον τυπικό χρόνο λήξης (20ή Αυγούστου 2018) των ασκούμενων πολιτικών εσωτερικής υποτίμησης (Μνημόνια 1, 2, 3), το ΔΝΤ αλλά και ορισμένοι φορείς στη χώρα μας επιμένουν στη διατήρηση του λάθους με την περικοπή των συντάξεων από 1/1/2019, προκειμένου όπως υποστηρίζουν: α) ο δείκτης της συνταξιοδοτικής δαπάνης προς ΑΕΠ να διαμορφωθεί κατά την περίοδο 2016-2060 κάτω του 16% του ΑΕΠ, β) η μεταρρυθμιστική εκκρεμότητα και τα υψηλά πλεονάσματα κατά τη μεταμνημονιακή περίοδο να μην αποτελέσουν εμπόδια για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας και γ) η εξασφάλιση της μακροχρόνιας (2016-2060) βιωσιμότητας του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης να μην απειληθεί και να μην ανατραπεί.

Η αναλυτική διερεύνηση των σχετικών στατιστικών (πληθυσμός, προσδόκιμο όριο ζωής, ηλικία συνταξιοδότησης, κ.λπ.) και οικονομικών (ΑΕΠ, ποσοστό απασχόλησης, επίπεδο μισθών, πληθωρισμός, δημόσια έσοδα-δαπάνες, ποσά αποπληρωμής χρέους, κ.λπ.) στοιχείων, με τη μεθοδολογία των χρηματοροών, αναδεικνύει τα ακόλουθα συγκεκριμένα και ποσοτικά τεκμηριωμένα συμπεράσματα. 

Πρώτον, ο δείκτης «συνταξιοδοτικές δαπάνες προς ΑΕΠ», χωρίς τις περικοπές των συντάξεων από την 1η/1/2019 παραμένει σε επίπεδα χαμηλότερα του 16% του ΑΕΠ. Ειδικότερα, ο δείκτης «συνταξιοδοτικές δαπάνες προς ΑΕΠ» από 17,3% του ΑΕΠ το 2016 μειώνεται σε 13,9% του ΑΕΠ το 2020, σε 12% του ΑΕΠ από το 2030 μέχρι το 2060 και μειώνεται σε 10,6% του ΑΕΠ το 2070, όταν ο μέσος όρος των χωρών της Ευρώπης (Ε.Ε. των 27) προβλέπεται ότι θα διαμορφωθεί στο επίπεδο του 11,4% του ΑΕΠ το 2070. 

Δεύτερον, ο δείκτης του αθροίσματος της κρατικής συμμετοχής στη δαπάνη για συντάξεις και του ετήσιου ποσού αποπληρωμής του χρέους προς ΑΕΠ χωρίς τις περικοπές των συντάξεων από την 1η/1/2019 διαμορφώνεται το 2019 σε 13,5% του ΑΕΠ, σε 9,4% το 2020 και σε 9,2% του ΑΕΠ από το 2030 μέχρι το 2060, δηλαδή σε επίπεδα χαμηλότερα του 10% του ΑΕΠ, ποσοστό το οποίο δεν συνιστά εμπόδιο για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. 

Τρίτον, η συνταξιοδοτική δαπάνη στην περίπτωση περικοπής των συντάξεων την 1η/1/2019 προβλέπεται να διαμορφωθεί σε 13,4% του ΑΕΠ το 2020 από 17,3% του ΑΕΠ το 2016. Χωρίς τις περικοπές των συντάξεων την 1η/1/2019, το επίπεδο της συνταξιοδοτικής δαπάνης το 2020 θα διαμορφωθεί σε 13,9% του ΑΕΠ.

Η μείωση αυτή της 0,5% ποσοστιαίας μονάδας στον δείκτη, που προκαλείται από τη μείωση των συντάξεων από την 1η/1/2019 (μείωση μέχρι 18% της προσωπικής διαφοράς) οφείλεται μόνο κατά 20% στη μείωση των συντάξεων, ενώ το υπόλοιπο 80% οφείλεται στα νέα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης και στον επανυπολογισμό των συντάξεων με τους μειωμένους συντελεστές αναπλήρωσης. Επίσης, η επιπλέον επιβάρυνση της 0,5 ποσοστιαίας μονάδας, που προκαλείται από τη μη περικοπή των συντάξεων από την 1η/1/2019 (13,9%-13,4%) απορροφάται απολύτως αν λάβουμε υπόψη και την επίδραση που προκαλεί στη μεταβολή του ΑΕΠ ο πολλαπλασιαστής των συντάξεων, διαμορφώνοντας τον δείκτη «συνταξιοδοτικές δαπάνες προς ΑΕΠ» το 2020 από 13,9% του ΑΕΠ σε 13,45% του ΑΕΠ, όπως στην περίπτωση της περικοπής των συντάξεων. Το ίδιο, η επιπλέον επιβάρυνση της 0,52 ποσοστιαίας μονάδας το 2022 στην περίπτωση μη περικοπής των συντάξεων (συνταξιοδοτική δαπάνη 13,57% του ΑΕΠ χωρίς τις περικοπές των συντάξεων και 13,05% του ΑΕΠ μετά τις περικοπές των συντάξεων) απορροφάται απολύτως διαμέσου των επιδράσεων του πολλαπλασιαστή των συντάξεων στην αύξηση του ΑΕΠ, διαμορφώνοντας τον δείκτη «συνταξιοδοτικές δαπάνες προς ΑΕΠ» το 2022 από 13,57% του ΑΕΠ σε 13,06% του ΑΕΠ, όπως στην περίπτωση της περικοπής των συντάξεων.

Παράλληλα, από το 2030 μέχρι το 2060 η μη περικοπή των συντάξεων από την 1η/1/2019 δεν επηρεάζει καθόλου τον δείκτη «συνταξιοδοτικές δαπάνες προς ΑΕΠ», αποδεικνύοντας με τον πιο εύληπτο και ποσοτικά τεκμηριωμένο τρόπο ότι η μη περικοπή των συντάξεων ανακόπτει τη διατήρηση του λάθους και παράλληλα δεν εμποδίζει την ανάπτυξη και δεν απειλεί, ούτε ανατρέπει τη μακροχρόνια βιωσιμότητα του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης στη χώρα μας.