Οι προκλήσεις και οι προσδοκίες για την εξωτερική πολιτική

γράφει ο Κώστας Υφαντής*

*Αναπληρωτής καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Το μεγαλύτερο έλλειμμα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής είναι η αδυναμία μας να σκεφτούμε για τις προκλήσεις, τις απειλές και τις ευκαιρίες που παρουσιάζει το γεωπολιτικό μας περιβάλλον -εγγύς και απώτερο- με συστηματικό τρόπο. Η εκκωφαντική αδυναμία μας να σκεφτούμε στρατηγικά, δηλαδή να αναγνωρίσουμε τα προβλήματα, να αναλύσουμε τα όρια ισχύος τα δικά μας αλλά και των ανταγωνιστών μας, να εντοπίσουμε τυχόν σημεία σύγκλισης ακόμα και τη στιγμή της οξύτερης αντιπαράθεσης, να σχεδιάσουμε τις κινήσεις μας και τις εναλλακτικές επιλογές μας σε τακτικό και στρατηγικό επίπεδο, να μπορούμε να παρεμβαίνουμε πριν από την κλιμάκωση μιας κρίσης ώστε να την ελέγξουμε, να μπορούμε να προβλέψουμε και να αξιολογήσουμε τις επιπτώσεις των αποφάσεών μας και των αποφάσεων των άλλων, που είτε λόγω γειτνίασης είτε λόγω ισχύος επηρεάζουν τη θέση της χώρας στους περιφερειακούς και παγκόσμιους συσχετισμούς.

Η ελπίδα είναι ότι, μετά από μία δεκαετία υποχώρησης και οπισθοδρόμησης, το 2019 θα είναι επιτέλους η χρονιά που η χώρα ξαναβρίσκει τον εαυτό της, την πυξίδα της και την αυτοπεποίθηση για ανάκαμψη, εκσυγχρονισμό και χειραφέτηση. Σχεδόν δέκα χρόνια κρίσης, παραγωγικής, πολιτικής και κοινωνικής, έχουν αφήσει τραύματα ανεπούλωτα και ένα εθνικό θυμικό παραίτησης και παράδοσης. Στο πεδίο της εθνικής ασφάλειας, η χώρα είναι αδύναμη, χωρίς στρατηγική αντιμετώπισης των προκλήσεων, των κινδύνων και των απειλών των γεωπολιτικών ερειπίων που έχουν στοιβάξει στην ευρύτερη περιοχή οι πολιτικές και κοινωνικές ανακατατάξεις της Αραβικής Ανοιξης, η αμερικανική αποστασιοποίηση, ο ρωσικός οπορτουνισμός, η μεσαιωνική σύγκρουση Ιράν-Σαουδικής Αραβίας, η τουρκικός παλαιο-οθωμανικός αναθεωρητισμός, οι ad hoc μετα-ηγεμονικές συμμαχίες, ο κτηνώδης θρησκευτικός αρχεγονισμός, οι μεταναστευτικές και προσφυγικές ροές κ.ά.

Την ίδια στιγμή, οι παραδοσιακοί πυλώνες της εθνικής ασφάλειας μοιάζουν αγνώριστοι. Οι ΗΠΑ του Ντόναλντ Τραμπ βιώνουν ένα πρωτοφανές για μεγάλη δύναμη έλλειμμα στρατηγικής εμπλοκής στον κόσμο. Η «συναλλακτική» (transactional) συμπεριφορά του Αμερικανού Προέδρου, που θεωρεί ότι η διεθνής πολιτική ελάχιστα διαφέρει από τον κόσμο των επιχειρήσεων, είναι συνταγή για αποδόμηση όλου του μεταπολεμικού κεκτημένου διεθνούς ασφάλειας, καθώς κανένας -ούτε φίλος, ούτε ανταγωνιστής- δεν έχει την παραμικρή εμπιστοσύνη στην Ουάσιγκτον, αλλά μόνο προσπαθούν να εξασφαλίσουν απόλυτα κέρδη σε κάθε συναλλαγή τους με τις ΗΠΑ. Η λογική της εγκατάλειψης της πολυμερούς παγκόσμιας διακυβέρνησης υπέρ μιας διμερούς qui-pro-quo αντίληψης είναι ο σαφέστερος δρόμος για την πλήρη αναχώρηση των ΗΠΑ από τον ρόλο του βασικού χορηγού της παγκόσμιας τάξης. Ως αποτέλεσμα, στην Ε.Ε. οι δυνάμεις του εθνολαϊκισμού και της πατριδοκαπηλίας έχουν επιστρέψει και απειλούν την ευρωπαϊκή πρόοδο.

Για τη χώρα, η κεντρική πρόκληση είναι μετά από τέσσερα χρόνια στρατηγικών σφαλμάτων να αναζωογονήσει τον εαυτό της. Να απαλλαγεί από τον λαϊκισμό, τον διεθνοπολιτικό αναλφαβητισμό και τις πολεμοκάπηλες φωνές. Να συνειδητοποιήσει ότι η Τουρκία θα αναβαθμίσει τις προκλήσεις της στο Αιγαίο και στην Κύπρο και ότι στην αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων θα είμαστε μόνοι.

Γι’ αυτό η αναστήλωση έστω μέρους του οικοδομήματος της αποτρεπτικής μας ικανότητας είναι ζωτικής σημασίας. Χρήματα για αγορές οπλικών συστημάτων που θα αποκαθιστούσαν την ισορροπία στο Αιγαίο δεν υπάρχουν. Ομως, αν όσα διαθέτουμε καταστούν επιχειρησιακά, τότε το χάσμα θα μικρύνει τόσο, ώστε η Αγκυρα να θυμηθεί ότι στο Αιγαίο το κόστος της κλιμάκωσης μπορεί να είναι δυσβάσταχτο για αυτήν. Κραυγές και κλαγγές δεν έχουν θέση στην ελληνική στρατηγική. Αυτό που συμβαίνει τα τελευταία χρόνια είναι πρωτοφανές! Από την εποχή του Κωνσταντίνου Καραμανλή και του Ανδρέα Παπανδρέου το μεγάλο μας όπλο ήταν η ψυχραιμία και η ήρεμη αποφασιστικότητα. Οποτε τα χάναμε, είχαμε απώλειες.

Με ψυχραιμία και εντατική διπλωματική προετοιμασία, η χώρα πρέπει να προχωρήσει στην επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης στο Ιόνιο και στην Κρήτη, δηλώνοντας ότι διατηρεί το σχετικό δικαίωμα στο υπόλοιπο Αιγαίο χωρίς να το ασκεί προς το παρόν. Είναι βασική προϋπόθεση για να ανασχεθεί η «φιλανδοποίηση» που επιχειρεί η Αγκυρα.

Την ίδια στιγμή, με αυτήν την Τουρκία, την απρόβλεπτη και αναθεωρητική, έχουμε και ένα μέρισμα ειρήνης ή καλύτερα ειρηνικής συνύπαρξης. Η ελεγχόμενη ηρεμία των τελευταίων δεκαοχτώ ετών έχει αποβεί ευεργετική για την ελληνική οικονομία, τον τουρισμό και τις διμερείς επαφές σε όλα τα επίπεδα. Ο,τι και να γίνει, η Τουρκία θα συνεχίσει να είναι η άλλη πλευρά του Αιγαίου. Καλό είναι να μην επιβαρύνουμε κι άλλο την κοινή ιστορική μας διαδρομή. Οι δίαυλοι επικοινωνίας και διατήρησής της πρέπει να παραμείνουν ανοιχτοί και λειτουργικοί και αν είναι δυνατόν να αναβαθμισθούν.

Το 2019 υπόσχεται να είναι ένα annus horribilis για την ανατολική Μεσόγειο και την ευρύτερη Μέση Ανατολή. Ας ελπίσουμε ότι θα είναι annus mirabilis για την πατρίδα!