Το Κυπριακό μπροστά σε νέες προκλήσεις

γράφει ο Αθανάσιος Ε. Δρούγος*

*Διεθνολόγος - στρατηγικός αναλυτής

Το Κυπριακό επιστρέφει εκ νέου στις διπλωματικές και διεθνείς επαφές, στο πλαίσιο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, μετά την προ μηνών αποτυχία εξεύρεσης λύσης στο ελβετικό θέρετρο του Κραν Μοντανά. Παρά τη σχετική κινητικότητα δηλώσεων, κυρίως από την τουρκική και τουρκοκυπριακή πλευρά, τα πράγματα παραμένουν ασαφή σε πολλά επιμέρους κεφάλαια του μείζονος εθνικού θέματος, ενώ οι Ερντογάν και Ακιντζί εμμένουν σε μπαράζ προκλητικών θέσεων, αναφορικά με την παρουσία των κατοχικών στρατευμάτων στο νησί. Η παρατεταμένη προκλητική συμπεριφορά της Αγκυρας στα πλείστα γεωστρατηγικά ζητήματα της ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής δεν επιτρέπει την έστω και οριακή αισιοδοξία ότι η τουρκική πλευρά θα προχωρήσει σε κάποιες υπολογίσιμες παραχωρήσεις έως και μια πιο ευέλικτη στάση στις όποιες διαπραγματεύσεις.

Μπορεί η τουρκική οικονομία να αντιμετωπίζει πολλά και σοβαρά εσωτερικά και όχι μόνο προβλήματα, ωστόσο η θέση της Τουρκίας, ειδικά στο μέτωπο της Συρίας, έχει ισχυροποιηθεί τελευταία αρκετά σε στρατιωτικό και πολιτικό επίπεδο. Οι σχέσεις της Αγκυρας με τη Μόσχα και την Τεχεράνη -παρά τις υπάρχουσες διαφορές στις επιμέρους εκτιμήσεις- έχουν ενισχυθεί σημαντικά μετά τις δύο στρατιωτικές επιχειρήσεις σε Αφρίν και Γιαραμπλούς, ενώ η ενδυνάμωση των 12 τουρκικών στρατιωτικών παρατηρητηρίων στην επαρχία Ιντλίμπ, σε συνδυασμό με την επί του παρόντος αποφυγή της στρατιωτικής εισβολής του Ασαντ στη συγκεκριμένη χαώδη περιοχή, έχουν ενισχύσει το προφίλ του Ερντογάν σε αρκετούς διεθνείς χώρους (π.χ. ότι απέτρεψε νέα ανθρωπιστική καταστροφή).

Την ίδια στιγμή, η προκλητικότητα της Αγκυρας στην ανατολική Μεσόγειο είναι εμφανής στον αεροναυτικό τομέα, καθώς, με τις συνεχείς παραβιάσεις του κυπριακού εναερίου χώρου και της ΑΟΖ, εμμένει στην προσφιλή τακτική των αμφισβητήσεων. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Ερντογάν, επιστρέφοντας προ ημερών από το Μπακού του Αζερμπαϊτζάν -όπου παρέστη στις εκδηλώσεις για τη συμπλήρωση 100 χρόνων από την ιστορική μάχη- έκανε λόγο για περαιτέρω αύξηση του αριθμού των κατοχικών δυνάμεων, ενώ με ειρωνικό τρόπο ανέφερε ότι δεν χρειάζεται η χώρα του ναυτική βάση στο Τρίκωμο όπως και αεροπορική στο Λευκόνοικο «γιατί σε ελάχιστο χρόνο βρισκόμαστε στην Κύπρο προς υποστήριξη των συμφερόντων μας». Στο ίδιο μήκος κύματος των προκλητικών δηλώσεων κινήθηκε και ο κατοχικός ηγέτης Ακιντζί που είπε ότι «δεν πρόκειται οι Τουρκοκύπριοι να καταστούν μειονότητα επί της οποίας οι Ελληνοκύπριοι να εφαρμόζουν διαχωριστική πολιτική».

Στα Ηνωμένα Εθνη, το Κυπριακό αναμένεται να συζητηθεί σε επιμέρους επαφές, με την ελληνοκυπριακή πλευρά να εμμένει στη συνέχιση των συνομιλιών εκεί που διεκόπησαν στην Ελβετία, ενώ θα πρέπει από πλευράς μας να επιδιώκεται η όποια λύση βάσει των ψηφισμάτων του διεθνούς οργανισμού καθώς και της έκθεσης του Πορτογάλου γ.γ. του ΟΗΕ που εξέθεσε τα ζητήματα με σαφήνεια και πληρότητα, αμέσως μετά την αποτυχία στο Κραν Μοντανά. Ας μη λησμονούμε ότι η Αγκυρα πάρα πολλές φορές εκμεταλλεύεται τις διπλωματικές επαφές και την κινητικότητα με σκοπό να περιπλέξει τα επιμέρους ζητήματα (π.χ. σε στρατιωτική παρουσία - εδαφικό - προσφυγικό κ.λπ.). Επίσης, η Αθήνα θα πρέπει να εμμείνει στο ότι η χώρα μας είναι εγγυήτρια δύναμη της Κυπριακής Δημοκρατίας και ότι δεν πρέπει να αφεθούν τα επιμέρους ζητήματα σε ομιχλώδες τοπίο. Τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, η Λευκωσία, λόγω των διεθνών και περιφερειακών εξελίξεων, έχει αναβαθμιστεί πολύ στον γεωπολιτικό χάρτη, κάτι που είναι εμφανές και από τις δηλώσεις Αμερικανών, νατοϊκών και Ευρωπαίων πολιτικών και στρατιωτικών αξιωματούχων, ενώ η Αγκυρα αντιμετωπίζει ιδιαίτερη ένταση στις σχέσεις της με τις ΗΠΑ, λόγω των διευρυμένων επαφών με τη Μόσχα. Παράλληλα, ορισμένες αραβικές πρωτεύουσες είναι καχύποπτες απέναντι στις νεο-οθωμανικές κινήσεις του ερντογανικού κατεστημένου.

Παράλληλα, μετά την αποτυχία των διαπραγματεύσεων στην Ελβετία, η Κύπρος εμφανίζεται πιο ενδυναμωμένη στον ενεργειακό χάρτη της ανατολικής Μεσογείου (πρόσφατη είναι και η συμφωνία για τη μεταφορά του φυσικού αερίου στην Αίγυπτο), ενώ, πέραν των επικείμενων και αναμενόμενων τουρκικών προκλήσεων στην κυπριακή ΑΟΖ, οι ξένοι ενεργειακοί κολοσσοί ετοιμάζονται για νέες γεωτρήσεις σε ορισμένα οικόπεδα, αδιαφορώντας για τις έρευνες του τουρκικού πλοίου «Πορθητής». Οι τριμερείς επαφές με την Ελλάδα, την Αίγυπτο και το Ισραήλ έχουν ενισχύσει τον ρόλο της Λευκωσίας στην περιοχή, αν και πρέπει να λάβουν χώρα πιο προωθημένα βήματα σε ορισμένους τομείς (π.χ. στρατιωτικό - προσφυγικό - πληροφοριών κ.λπ.). Επίσης, οι επαφές της Λευκωσίας με το Παρίσι θα πρέπει να τύχουν μεγαλύτερης εμβάθυνσης.

Ομως, Αθήνα και Λευκωσία θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικές στις όποιες διαπραγματεύσεις αρχίσουν εκ νέου, γιατί ο βρετανικός παράγοντας εμφανώς διαχρονικά ευνοεί τα τουρκικά συμφέροντα (πιθανότατα πιο πολύ και στη μετά-Brexit εποχή), ενώ ο αμερικανορωσικός ανταγωνισμός χαρακτηρίζεται από πολλές ασταθείς παραμέτρους, που εύκολα αλλάζουν τα όποια δεδομένα. Απαιτείται προσοχή και αποφυγή επιστροφής ή αποδοχής οποιουδήποτε τροποποιημένου Ανανικού σχεδίου, που θα θέτει σε κίνδυνο την επιβίωση του ιστορικού κυπριακού Ελληνισμού. Γι’ αυτό καλό είναι να μην έχουμε μεγάλες προσδοκίες και να κρατάμε μικρό καλάθι, εμμένοντας σε ευέλικτο ρεαλισμό και ψύχραιμη στάση. Αλλωστε, η μη λύση είναι καλύτερη από μια κακή και επώδυνη λύση χωρίς αύριο.