Είναι πολιτικά και οικονομικά εφικτή η μείωση των φόρων;

γράφει ο Παναγιώτης Λιαργκόβας*

*Καθηγητής στην έδρα Jean Monnet στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, πρώην Συντονιστής του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή των Ελλήνων

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία για το ότι η φορολογική επιβάρυνση στην Ελλάδα είναι υπέρμετρη και ότι η χώρα μας το τελευταίο διάστημα κινείται σε αντίθετη τροχιά με τις υπόλοιπες χώρες του ΟΟΣΑ που μειώνουν τη φορολογία. Πάρτε για παράδειγμα το ύψος του ανώτατου φορολογικού συντελεστή, ο οποίος φτάνει μέχρι το 55% στην Ελλάδα (συνυπολογίζοντας και την έκτακτη εισφορά αλληλεγγύης, η οποία ενσωματώθηκε στον Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος το 2016). Μαζί με την Αυστρία, η χώρα μας είναι πρωταθλήτρια στην υπερβολική φορολόγηση, με μία όμως διαφορά: το ύψος του εισοδήματος πάνω στο οποίο εφαρμόζεται ο ανώτατος φορολογικός συντελεστής (55%) είναι τα 40.000 ευρώ, όταν στην Αυστρία το αντίστοιχο εισόδημα είναι στο 1 εκατ. ευρώ. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει με τη φορολογία ακινήτων: η επιβολή έντονα προοδευτικής φορολογίας σε συνδυασμό με αυθαίρετες αντικειμενικές αξίες, που αποκλίνουν σημαντικά από τις εμπορικές, καταλήγουν σε δημευτική φορολογία για ακίνητα υψηλής αντικειμενικής αξίας, που μπορεί να ξεπερνά την εμπορική αξία μέχρι και 50%. Οι συνέπειες της υπερβολικής φορολόγησης είναι ιδιαίτερα αρνητικές.

Οι περισσότερες μελέτες που εξετάζουν εμπειρικά τη σχέση μεταξύ των ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης και της φορολογίας επιβεβαιώνουν την υπόθεση ότι υψηλή φορολογία συνεπάγεται χαμηλότερη ανάπτυξη. Πρόσφατη μελέτη του ΙΟΒΕ, βασισμένη σε οικονομετρικές εκτιμήσεις, δείχνει ότι η δυνατότητα αύξησης των δημόσιων εσόδων περιορίζεται στην άντληση πόρων από μια στενή φορολογική βάση. Η επιβάρυνση αυτής της βάσης καθορίζει και την πορεία των επενδύσεων σε κατοικίες και οχήματα, ενώ οι οικονομετρικές εκτιμήσεις δεν επιβεβαιώνουν ότι η φορολογία εισοδήματος φυσικών προσώπων στην Ελλάδα αποτέλεσε ικανό μέσο μείωσης της ανισότητας και της φτώχειας τα τελευταία χρόνια. Τα αποτελέσματα αυτά συνάδουν με το συμπέρασμα ότι το φορολογικό σύστημα στην Ελλάδα είναι αναποτελεσματικό και χρειάζεται αναμόρφωση ώστε να γίνει δικαιότερο, απλούστερο και φιλικότερο προς την ανάπτυξη.

Κεντρικός πυρήνας στις προτάσεις αναμόρφωσής του είναι η μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης, π.χ. ενιαίος φορολογικός συντελεστής φυσικών και νομικών προσώπων στο 20%, πλήρης κατάργηση της εισφοράς αλληλεγγύης, μείωση του ανώτατου συντελεστή ΦΠΑ στο 20% από το 24% που είναι σήμερα και πλήρης κατάργηση του συμπληρωματικού ΕΝΦΙΑ.

Ο αντίλογος που συχνά προβάλλεται σε τέτοιου είδους προτάσεις είναι ότι αυτές δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, λόγω των στόχων για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και ότι δεν είναι οικονομικά εφικτές εξαιτίας της απώλειας εσόδων. Προσωπικά πιστεύω ότι και τα δύο κωλύματα μπορούν να ξεπεραστούν. Κατ’ αρχάς πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η πολιτική εφικτότητα συνδέεται με την οικονομική εφικτότητα. Δηλαδή, εάν το κόστος της μείωσης της φορολογίας μπορεί να καλυφθεί από άλλα ισοδύναμα, τότε ανοίγει ο δρόμος για την εφαρμογή της φορολογικής μεταρρύθμισης.

Στην υποθετική φορολογική μεταρρύθμιση που αναφέραμε, η πλήρης κατάργηση του συμπληρωματικού φόρου ΕΝΦΙΑ είναι δημοσιονομικά ουδέτερη, καθώς, σύμφωνα με εκτιμήσεις, η απώλεια εσόδων ύψους 382 εκατ. ευρώ τον χρόνο θα αντισταθμιστεί σχεδόν πλήρως από πρόσθετα έσοδα από την αύξηση της οικοδομικής δραστηριότητας. Επιπλέον, σύμφωνα με διάφορους υπολογισμούς το συνολικό δημοσιονομικό κόστος από την εφαρμογή ενιαίου συντελεστή φορολογίας στο 20% ανέρχεται σε  6,7 δισ. ευρώ. Από αυτά πρέπει να αφαιρεθούν τα 2,0 δισ. ευρώ από την αύξηση των εσόδων φόρου εισοδήματος που αναμένεται να προκύψουν από την ήδη ψηφισμένη μείωση της έκπτωσης φόρου το 2020, που θα μειώσει το αφορολόγητο όριο για χαμηλά και μεσαία εισοδήματα.

Η εκτίμηση για καθαρή απώλεια εσόδων ύψους 4,7 δισ. ευρώ (που δεν λαμβάνει υπόψη μία ενδεχόμενη μείωση της φοροδιαφυγής λόγω χαμηλότερων φορολογικών συντελεστών) είναι σύμφωνα με υπολογισμούς που έχουμε κάνει στο Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ) εφικτό να αντισταθμιστεί με περικοπές στις (μη κοινωνικές) δαπάνες π.χ. επέκταση της επισκόπησης δαπανών στις κεντρικές υπηρεσίες του κράτους, μείωση του αριθμού των μετακλητών υπαλλήλων, αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας για τη στέγαση υπηρεσιών του Δημοσίου, αναδιοργάνωση του Δημοσίου, ενίσχυση των συμπράξεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.