Ευρωπαϊκές αναταράξεις στη μεταμνημονιακή πορεία της χώρας

γράφει ο Ναπολέων Μαραβέγιας*

* Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας και αντιπρύτανης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

Είναι γνωστή η αμοιβαία δυσπιστία μεταξύ Ιταλίας και Ευρωπαϊκής Ενωσης μετά την ανάληψη της εξουσίας από τη συμμαχική κυβέρνηση των κομμάτων Λέγκα του Βορρά και Κίνημα Πέντε Αστέρων που θεωρούνται, για διαφορετικούς λόγους το καθένα, «αντιευρωπαϊκά» κόμματα. Αφορμή για τη διαμάχη μεταξύ ιταλικής κυβέρνησης και Ευρωπαϊκής Ενωσης αποτελεί ο ιταλικός προϋπολογισμός, που υπεβλήθη στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή με υψηλότερο έλλειμμα από αυτό που ορίζουν οι κανόνες του Συμφώνου Σταθερότητας.

Η ιταλική πλευρά προσάπτει στην Ε.Ε. έλλειψη δημοκρατικής ευαισθησίας απέναντι σε μια νεοεκλεγείσα κυβέρνηση και η ευρωπαϊκή πλευρά κάνει λόγο για αδιαφορία της ιταλικής κυβέρνησης για τους κοινούς ευρωπαϊκούς κανόνες που έχουν συμφωνηθεί. Μέχρι να επέλθει κάποιας μορφής συμβιβασμός μεταξύ των δύο πλευρών, η ανησυχία για το ευρωπαϊκό μέλλον της Ιταλίας και για τη φερεγγυότητά της να αποπληρώσει το πολύ μεγάλο εξωτερικό της χρέος (της τάξης του 130% του ΑΕΠ) δημιουργεί ένα περιβάλλον αστάθειας σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η σημασία της ιταλικής οικονομίας είναι αυτονόητη για την Ε.Ε. και την ευρωζώνη, καθώς, μετά την «αποχώρηση» της Βρετανίας, η Ιταλία είναι η τρίτη μεγαλύτερη οικονομική δύναμη στην Ε.Ε. και το χρέος της σε απόλυτα μεγέθη είναι προφανώς δυσθεώρητο.

Η κατάσταση αυτή έχει οδηγήσει τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης να υποβαθμίσουν την ιταλική οικονομία και τις διεθνείς αγορές να απαιτούν από τα ιταλικά κρατικά ομόλογα υψηλές αποδόσεις (πάνω από 3,5%), καθώς αμφισβητούν τις προοπτικές αποπληρωμής των δανείων της γειτονικής μας χώρας. Ας σημειωθεί ότι οι αναπτυξιακές επιδόσεις της Ιταλίας είναι πενιχρές, καθώς το ΑΕΠ έχει καθηλωθεί σε μηδαμινή αύξηση για πολύ καιρό, ενώ και οι συνολικές επιδόσεις της ευρωζώνης δεν είναι ιδιαιτέρως ανθηρές (περίπου 2% του ΑΕΠ για το 2018).

Σε αυτή την εύλογη ανησυχία της Ε.Ε. και των διεθνών αγορών για την προοπτική του κοινού νομίσματος, του ευρώ, προστίθεται και η ανακοίνωση της Γερμανίδας καγκελαρίου ότι δεν θα διεκδικήσει νέα θητεία στην αρχηγία του κόμματός της καθώς η πολιτική της, κυρίως στο μεταναστευτικό ζήτημα, έχει στοιχίσει στο Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα μια σειρά από ήττες στις τοπικές εκλογές. Οι υποψηφιότητες για την προεδρία του γερμανικού Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος, που εκδηλώνονται τις μέρες αυτές, δεν φαίνεται να καθησυχάζουν το ευρωπαϊκό σύστημα διακυβέρνησης, καθώς η κυρία Μέρκελ ασκούσε σταθερή και στιβαρή ηγεσία που δεν είναι εύκολο να αντικατασταθεί. Ολα αυτά συμβαίνουν την ώρα που εκκρεμούν οι μεταρρυθμίσεις της Ε.Ε. και της ευρωζώνης, που έχουν προταθεί από τον Γάλλο Πρόεδρο και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Οι μεταρρυθμίσεις αυτές (μετατροπή του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθεροποίησης σε Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο, ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ενωσης, Προϋπολογισμός και Κοινοβούλιο για την ευρωζώνη κ.λπ.), οι οποίες οδηγούν προς μια πιο δημοκρατική και αλληλέγγυα Ε.Ε., φαίνεται ότι δεν έχουν πολλές ελπίδες να υιοθετηθούν. Ακόμη περισσότερο είναι δύσκολη η εφαρμογή τους, όταν οι βόρειες χώρες δεν επιθυμούν καμιά περαιτέρω εμβάθυνση της ολοκλήρωσης που θα αύξανε τη χρηματοδοτική αλληλεγγύη μεταξύ «πλουσίων» και «φτωχών» κρατών-μελών, ενώ τα πρώην ανατολικά κράτη-μέλη έχουν επιλέξει ένα νέο εθνικιστικό δρόμο, με πρώτη την Ουγγαρία. Μέσα σε αυτό το ευρωπαϊκό περιβάλλον, η χώρα μας προσπαθεί να βρει τον μεταμνημονιακό της δρόμο προς την έξοδο από την οικονομική κρίση και μάλιστα μέσα σε προεκλογική περίοδο, που δεν φαίνεται να ευνοεί τις αναγκαίες πολιτικές και κοινωνικές συναινέσεις στη σημερινή εξαιρετικά δύσκολη φάση.

Η προσπάθεια αυτή, ωστόσο, είναι απολύτως απαραίτητη και αποτελεί μια μεγάλη προσφορά του πολιτικού συστήματος προς τους Ελληνες πολίτες, οι οποίοι, στη μεγάλη τους πλειοψηφία, υπέφεραν και υποφέρουν από την οικονομική κρίση που διαρκεί σχεδόν μια δεκαετία. Ο ευρωπαϊκός δρόμος της χώρας μας προς την «κανονικότητα» και την ομαλή ένταξη στο διεθνές οικονομικό σύστημα με χαμηλότοκο δανεισμό, καθώς και η προσέλκυση επενδύσεων για την ανάπτυξη απαιτούν σύνεση και σωφροσύνη από όλες τις πλευρές. Διαφορετικά, μπορεί να ισχύσει η γνωστή ρήση: «O δρόμος προς την κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις».