Τρία εκατομμύρια στο περιθώριο

Πέμπτη βράδυ, ώρα 9. Η Μαριάννα και οι φίλοι της έπιασαν δουλειά. Σημείο συνάντησης το Θησείο. Ανοίγουν τα πορτμπαγκάζ των αυτοκινήτων τους, μετρούν τις μερίδες φαγητού. Είναι 200. Αλλα τα μαγείρεψαν μόνοι τους, άλλα τους τα διέθεσε εστιατόριο που τους εμπιστεύεται, άλλα τους τα έδωσαν συγγενείς και φίλοι. Μόλις ξεκίνησε το δείπνο της αγάπης, έτσι λέγεται αυτή η σπουδαία δράση που κρατά στη ζωή 200 άστεγους.

Η παρέα μοιράζεται σε ομάδες για φτάσουν σύντομα στα σημεία, ώστε να κρατηθεί το φαγητό ζεστό. Περιμένουν από νωρίς οι άστεγοι, άλλος στο παγκάκι του, άλλος στην είσοδο ενός παλιού κτιρίου. Τα παιδιά της ομάδας δεν αφήνουν τη μερίδα του φαγητού και φεύγουν. Κάθονται μαζί τους μέχρι να τελειώσει το δείπνο. Τους ακούν χωρίς να τους κρίνουν. Κλαίνε και γελάνε μαζί τους.

Δύο απ’ αυτούς είχαν μόνιμα, μήνες τώρα, «στέγη» σε δύο παγκάκια πίσω από την Αγία Ειρήνη. Διαλυμένοι ψυχικά και σωματικά. Φαντάσματα του παλιού τους εαυτού. Σαν τους προσπέρασε η ζωή. Η μόνη τους ανθρώπινη επαφή είναι τα παιδιά του «δείπνου της αγάπης». Μια κρύα νύχτα, μόλις έφτασε η ομάδα στην Αγία Ειρήνη, είδε το ένα παγκάκι άδειο. Την άλλη μέρα, τα παιδιά της ομάδας έψαχναν να τον βρουν. Είχε φύγει από τη ζωή με πολύ άσχημο τρόπο.

Δύο χιλιάδες άστεγοι κοιμούνται στους δρόμους της πρωτεύουσας. Οι μονάδες φιλοξενίας είναι πλήρεις, δεν επαρκούν. Αναρωτιούνται οι «Γιατροί του Κόσμου», που τρέχουν και δεν φτάνουν να περιθάλψουν αρρώστους -εκατό χιλιάδες άνθρωποι ζήτησαν τη βοήθειά τους τη χρονιά που πέρασε-, πού πάνε τα χρήματα από το θηριώδες πλεόνασμα των 6 δισ. και δεν φτάνουν στους δυστυχισμένους που ζητούν ένα κρεβάτι και ένα πιάτο φαΐ. Τις προάλλες έφτασε ένας ρακένδυτος εξηντάρης σε ένα από τα λίγα καταλύματα. Ηταν άρρωστος, πεινασμένος και άστεγος. Περιμένει 2 χρόνια να βγει η σύνταξή του και μέχρι τότε δεν έχει στον ήλιο μοίρα.

Στην εγχώρια δυστυχία αθροίζεται τώρα και εκείνη μικρών παιδιών προσφύγων και μεταναστών, που γλίτωσαν τα κύματα του Αιγαίου για να χαθούν στον απέραντο βούρκο της διαστροφής του Πεδίου του Αρεως.

Κάνεις δεν είναι μεγαλύτερος από 18 ετών και όλοι έτοιμοι να πουλήσουν το κορμί τους, όσες φορές αντέξουν σε μια νύχτα, για λίγα ευρώ. Είναι η ώρα που κάθε λογής διεστραμμένοι της Αθήνας, ηλικιωμένοι οι περισσότεροι, αναζητούν την ηδονή παζαρεύοντας μερικά λεπτά συνεύρεσης με 5 ευρώ ή τσάμπα με ένα πιάτο φαγητό και ένα ζεστό μπάνιο. Αυτές δεν είναι σκηνές από ταινία, είναι ένα από τα δεκάδες όμοια περιστατικά που καταγράφουν σοβαροί άνθρωποι των μη κυβερνητικών οργανώσεων, που τραβούν τα μαλλιά τους βλέποντας καθημερινά όλο και περισσότερα παιδιά, κυρίως ασυνόδευτα, να έχουν πάρει τον δρόμο που δεν έχει επιστροφή. Τις νύχτες στο Πεδίον του Αρεως με τη φτηνή εξαγορά των παιδικών κορμιών επωάζονται η μισαλλοδοξία και η αυριανή εκτεταμένη εγκληματικότητα. Τα παιδιά αυτά καταστρέφονται για πάντα σωματικά και ψυχικά. Είναι η νέα ωρολογιακή βόμβα της Αθήνας.

Κι όμως, τα λεφτά υπήρχαν για την προστασία αυτών των παιδιών και την ένταξή τους σε οργανωμένες κοινωνικές δράσεις μέχρι να βρουν τον δρόμο τους.

Οσα βεγγαλικά και αν έπεσαν τη νύχτα της Πρωτοχρονιάς, δεν έδωσαν χρώματα στις γκρίζες νύχτες στην Αθήνα. Αν βάλουμε στην άκρη τα λαμπερά 40-50 εστιατόρια, κλαμπ και ό,τι έχει απομείνει από τα μπουζουξίδικα, που απέξω κάνουν ουρά οι λιμουζίνες και τα τζιπ, στην υπόλοιπη πόλη είναι ένας άλλος κόσμος, χλομός, σέρνεται για να επιβιώσει με όποιον τρόπο μπορεί. Χωρίς καθόλου εισόδημα, με πενιχρούς μισθούς όταν υπάρχουν ή με πετσοκομμένες συντάξεις, μετρά τα ευρώ ένα-ένα για να βγει ο μήνας.

Αυτός ο κόσμος είναι το 30% του πληθυσμού. Κοντά στα τρία εκατομμύρια ψυχές. Ο μεγάλος πόνος όλων αυτών δεν είναι η δική τους μίζερη ζωή, αλλά τα παιδιά τους που υποσιτίζονται. Οταν τα πρώτα χρόνια της κρίσης τόλμησαν κάποιοι δάσκαλοι να πουν ότι παιδιά λιποθυμούν από πείνα, έπεσαν οι πολιτικοί τους προϊστάμενοι να τους φάνε. Τώρα δεν εκπλήσσει κανέναν όταν μεγάλες ξένες εφημερίδες περιγράφουν εικόνες με πεινασμένα παιδιά που ψάχνουν στα σκουπίδια.

Βγήκαμε από τα μνημόνια στα χαρτιά. Στην πραγματικότητα τελείωσε η σύμβαση που δανειζόμαστε με αστεία επιτόκια, γιατί σε λίγο θα έρθει ο νέος κύκλος του δανεισμού από τις αγορές με επιτόκια τριπλάσια εκείνων της τρόικας.

Ολα αυτά, ωστόσο, αφορούν εκείνους που στάθηκαν όρθιοι με λιγότερα, αλλά επέζησαν με αξιοπρέπεια. Είτε γιατί οι δουλειές τους άντεξαν, είτε γιατί ήταν προνοητικοί και είχαν αποταμιεύσεις, είτε γιατί ήταν έξυπνοι και μπήκαν σε άλλη αγορά εργασίας, είτε γιατί ήταν υπάλληλοι του Δημοσίου.

Αυτοί που πέρασαν στο περιθώριο, και ίσως μείνουν εκεί για πάντα αν είναι άνω των 50-60 ετών, είναι το 1/3 του πληθυσμού. Κανείς δεν μπορεί να καυχηθεί σε αυτή ή την επόμενη κυβέρνηση ότι η χώρα γυρνάει σελίδα όταν έχει τρία εκατομμύρια εξαθλιωμένους που αδυνατεί να τους εξασφαλίσει, φαγητό, ζεστά ρούχα, ένα κρεβάτι και φάρμακα. Αυτή είναι η βαριά κατάρα της χώρας που θα τη συνοδεύει για πολλά χρόνια.