Ο κατήφορος

Το προηγούμενο Σάββατο έβαλα βενζίνη λίγο έξω από την Καστοριά. Σ’ ερώτηση του βενζινοπώλη προς πού κατευθυνόμαστε, απάντησα «πάμε Πρέσπες», γιατί μετά τη γνωστή συμφωνία «έγιναν μόδα». Τότε τον άκουσα να απαντά σοβαρά και να με διορθώνει ότι πάμε «Νότια Μακεδονία» και να συμπληρώνει ότι ο «κατήφορος που έχει πάρει η χώρα δεν έχει τελειωμό». Στη διαδρομή πέρασα από χωριά που οι κάτοικοι των έχυσαν το αίμα τους απέναντι σε Βούλγαρους κομιτατζήδες που θέλαν να τα προσεταιριστούν. Αντιστάθηκαν θυσιάζοντας και τις ζωές των ακόμα. Σκεφτόμουν οδηγώντας αυτά τα λόγια. Αναρωτήθηκα κι εγώ πώς καταφέραμε εν τέλει, παρά τις τόσες θυσίες αντίστασης και τις νίκες μας στους Βαλκανικούς Πολέμους ν’ αναγνωρίσουμε ότι στη γη της πάλαι ποτέ οθωμανικής Μακεδονίας, που μετά από πολέμους αυτοί απώλεσαν και οροθετήθηκαν νέα σύνορα και εθνικές ταυτότητες, υπήρξε δήθεν ξεχωριστό έθνος Μακεδόνων. Το οποίο, αν και δεν συγκρούστηκε ποτέ ένοπλα για να εμφανιστεί η συγκρότησή του ως ξεχωριστού έθνους, εν τέλει πέτυχε και «νίκησε», έναν αιώνα μετά σχεδόν μέσω της «συμφωνίας των Πρεσπών», την αναγνώρισή του ως τέτοιου. «Πώς» καταστήσαμε, λοιπόν, την «ιστορία» μας παίγνιο και γεωπολιτικό αντάλλαγμα σε παζάρι. Αδυνατεί, πράγματι, η λογική να απαντήσει, όσο ρεαλιστικά και αν θελήσει κάποιος να προσεγγίσει τη νέα κατάσταση που διαμορφώθηκε στα Βαλκάνια μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, καθώς διεκδικούνται τα νέα κράτη που προέκυψαν από τη διάστασή της ως ζώνες επιρροής από μεγάλους παίκτες. Γιατί μπορούσαμε να χειριστούμε το θέμα της ονομασίας και της αναγνώρισης των Σκοπιανών διαφορετικά! Γιατί κανείς δεν μας υποχρέωνε να μην προασπίσουμε ό,τι πετύχαμε με θυσίες και νίκες, αλλά ν’ απεμπολήσουμε. Στη διεθνή σκηνή σε περιόδους ειρήνης καλούνται όλα τα έθνη κράτη να συνεχίσουν να προασπίζουν τις νίκες και την ιστορία τους. Καμιά συμμαχία με ισχυρούς προς εξυπηρέτηση συμφερόντων τους δεν θα λειτουργήσει εν τέλει υπέρ των δικών τους εθνικών συμφερόντων, αν δεν έχουν αμετακίνητη πάνω σε τέτοιες θέσεις εθνική εξωτερική πολιτική. Γι’ αυτό και η συμφωνία αυτή δεν δικαιολογείται από κανένα επιχείρημα κυβερνητικού ρεαλισμού. Γιατί καμιά κυβέρνηση δεν έχει δικαίωμα να νοθεύει την ιστορική μνήμη του έθνους. Ενοχλήθηκαν «κάποιοι» από το «Μακεδονία ξακουστή», γιατί ένας ένστολος το τραγούδησε, όπως τόσοι και τόσοι ένστολοι πριν απ’ αυτόν, που έχυσαν το αίμα τους για την απελευθέρωση της Μακεδονίας. Μήπως γιατί θα μπορούσε να εκληφθεί ως «επιθετικότητα» προς τους γείτονες; Πράγματι, σ’ αυτό το σημείο φτάσαμε, αφού με τη «συμφωνία» αυτή προδόθηκε η ιστορική συνέχεια, ν’ απαγορευτεί και το «τραγούδι»! Ο βενζινοπώλης εν τέλει έχει δίκιο, «κατήφορος χωρίς τελειωμό».