Προυστ, Ελιάρ και Μπαγιαντέρας

Απόψε, σε ένα παράλληλο σύμπαν και σε ένα σκηνικό ταβέρνας κάπου στο Χατζηκυριάκειο, φαντάζομαι τον «τυφλό ραψωδό της Αντίστασης», τον Δημήτρη Γκόγκο ή Μπαγιαντέρα να έχει καλεσμένους τον Προυστ και τον Ελιάρ. Παίζει στο μπουζούκι του και τραγουδάει «Σα μαγεμένο το μυαλό μου», που αρέσει πολύ στον Ελιάρ.

Υστερα ο Μπαγιαντέρας θυμάται που ο ίδιος στην Κατοχή ήταν στο ΕΑΜ και ο Ελιάρ -στον Εμφύλιο- είχε σχέσεις με τον δικό μας Δημοκρατικό Στρατό. Του ζητάει να πει το ποίημα που είχε γράψει για τις αντάρτισσες. Εκείνος αρχίζει: «Αδερφές μου της ελπίδας, ω γυναίκες γενναίες. Εχετε κλείσει συμφωνία ενάντια στο θάνατο.

Παίζετε τη ζωή σας. Για να θριαμβεύσει η ζωή. Είναι κοντά η μέρα του μεγαλείου. Που θα κοροϊδεύουμε τις λέξεις πόλεμος και μιζέρια. Γιατί θα έχετε νικήσει». Δίπλα ο Προυστ, από τους συγγραφείς του 20ού αιώνα με τη μεγαλύτερη επιρροή, αλλά κι από τους πρώτους ομοφυλόφιλους συγγραφείς που μέσα από το έργο του αποκάλυψε τη σεξουαλική του ταυτότητα, γυρίζει την κουβέντα στον έρωτα. Αυτός αγαπάει το «Ζούσα μοναχός χωρίς αγάπη» και το ζητάει από τον Μπαγιαντέρα, ψιθυρίζοντάς του συνωμοτικά: «Ο έρωτας είναι χτυπητό παράδειγμα του πόσο μικρή σημασία έχει η πραγματικότητα».

Υστερα κρατάει μια σημείωση για την ουράνια (πολλοστή) επανέκδοση του «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» και επανέρχεται: «Σε έναν χωρισμό, αυτός που δεν είναι πραγματικά ερωτευμένος, είναι αυτός που θα πει τα πιο τρυφερά λόγια».

Πάντα τέτοια μέρα μαζεύονται, τα πίνουν, απαγγέλλουν, θυμούνται και τραγουδούν. Είναι η μέρα που έφυγαν και οι τρεις. 18 Νοεμβρίου.