Ακούει κανείς;

«Οι συναρπαστικές “Φυλές” της Νίνα Ρέιν», μου έλεγε ο Τάκης Τζαμαργιάς, που τις σκηνοθετεί, «αφορούν τόσο το τι σημαίνει να είσαι μέλος μιας φυλής όσο και το πώς ακούμε ο ένας τον άλλον, μεταφορικά και κυριολεκτικά». 

Ο σπουδαίος σκηνοθέτης μιλά με πάθος για την ευαισθησία με την οποία προσεγγίζει η συγγραφέας την αναπηρία και την ανάγκη της εν-συναίσθησης εντός της φυλής, για την οργανική και κυρίως τη λειτουργική κωφότητα των ηρώων της, που, εγκλωβισμένοι σε αυτάρεσκες κενότητες, αδυνατούν να αφουγκραστούν το «διαφορετικό». 

«Το πιο σημαντικό για εμένα», τονίζει, «είναι ότι πρόκειται για έργο σχέσεων, με πολύ ενδιαφέροντες ήρωες, που προκαλούν τον ηθοποιό να λειτουργήσει ερεθιστικά στο ψυχισμό του. Οι έξι ηθοποιοί είναι εξαιρετικοί, εξελίσσονται δυναμικά και σε κάθε παράσταση ανακαλύπτουν κάτι καινούργιο, που μοιράζονται γενναιόδωρα μεταξύ τους.

Σίγουρα η Ρέιν δεν έγραψε άλλο ένα έργο για κωφούς, αλλά για την περιπλοκότητα της επικοινωνίας στον μικρόκοσμο της φυλής. Παρότι η οικογένεια του Κριστόφερ είναι ακαδημαϊκοί και το κεντρικό της ζήτημα σε ερευνητικό-επιστημονικό επίπεδο είναι η γλώσσα και παρότι ο πατέρας διακηρύττει πως, αν δεν έχουμε λέξεις, δεν μπορούμε να εκφράσουμε τα συναισθήματά μας, τα μέλη της, άλλοτε σιωπηλά κι άλλοτε κραυγάζοντας, διεκδικούν τη φωνή τους».

Και καταλήγει: «Ο λόγος μπορεί να είναι τόσο περιοριστικός όσο η σιωπή, και αυτή μπορεί να είναι το ίδιο εύγλωττη με το λόγο.

Το έργο αναφέρεται σε κάθε κοινωνική, πολιτική ομάδα/φυλή που, περιχαρακωμένη στη δική της κοσμοαντίληψη, προκειμένου να διατηρήσει το στάτους της, δεν γκρεμίζει τα προστατευτικά τείχη της για να επικοινωνήσει με άλλες».