Φώτης Κόντογλου: «Η μεγάλη κιβωτός της ελληνικής παράδοσης» - Γράφει ο Γιώργος Λιάνης

Ο Γιώργος Λιάνης γράφει για τον Φώτη Κόντογλου, τον ριζορθόδοξο, όπως τον αποκαλούσε ο Νίκος Καρούζος.


Γράφει ο Γιώργος Λιάνης

Ο Φώτης Κόντογλου ο ριζορθόδοξος, όπως τον αποκαλεί ο Νίκος Καρούζος κοιμήθηκε ταπεινά πριν 50 χρόνια.

Μεγάλη κιβωτός της ελληνικής παράδοσης, τόσο στο γραπτό λόγο όσο και στις αγιογραφίες. Με σφοδρή και ιερή αντίθεση σε καθετί φράγκικο, σε κάθε τι μυξοευρωοπαικό.

Το πνεύμα του ήταν ιερεμιακό, μαχητικό και ανυποχώρητο. Κυρίαρχη ρίζα του η ορθοδοξία.

Αστράφτει από θυμό στο «ευλογημένο καταφύγιο», μια σειρά αριστουργηματικών άρθρων του που υμνούν την ελληνική παράδοση, καταρρακώνουν την ξενομανία μας, την πνευματική ξενοδουλεία μας και την αμερικανοποιημένη αταραξία μας.

Το παλικάρι απ' το Αϊβαλί έγραφε συχνά: «Μιλώ σα χριστιανός, γιατί όλα τα άλλα είναι μάταια». Σ΄ αυτή τη φράση ο Κόντογλου πύκνωνε τη μοίρα μας και φανέρωνε την μοναδικότητα της ορθοδοξίας.

Διάλεξα για το real.gr και το enikos.gr μερικούς επιβλητικούς αφορισμούς του. Ο Kόντογλου δεν χωράτευε, δεν κανάκευε κανένα. Δεν είχε εκπτώσεις στα οράματα του.

Όταν κάποιος «εξ Εσπερίας» μιλούσε ανάλατα για τον Καζαντζάκη λέγοντας πως η οδύσσεια είναι το πιο μακρύ ποίημα της λευκής φυλής με τους 33.333 στίχους, ο Κόντογλου τον αποστόμωσε λέγοντας: «Εκείνο που μακραίνει στο χαρτί δεν αξίζει, εκείνο που μακραίνει στην ψυχή αξίζει. Έχεις διαβάσει πιο μακρύ ποίημα από το «Φως Ιλαρόν;».

Από το Σολωμό του άρεσαν μερικοί στίχοι. Για τον Παλαμά έλεγε ωραία και ξεκαρδιστικά πράγματα. Λάτρευε τα δημοτικά τραγούδια και θαύμαζε τον Πανσέληνο, το έπος του είκοσι ένα και τον Μακρυγιάννη. Για Ευρώπη δεν ήθελε να ακούσει τίποτα. Ευρώπη έλεγε σημαίνει θάνατος. Μονάχα τον Ελ Γκρέκο αποδεχόταν.

Ούτε καν το πιάνο δεν άντεχε. « Πως είναι έτσι; Σα φέρετρο. Μαύρο. Στιλπνό. Με τα κηροπήγια του θανάτου πάνω του. Σαν τον διάβολο είναι.

Με τα φρικτά του δόντια. Μαύρα και άσπρα πλήκτρα. Με την απαίσια ουρά του και ο πιανίστας ανακατωμάλλης, Βελζεβούλ με το φράκο της κηδείας και τα μυτερά σατανικά λουστρίνια.

Κατηγορούσε τους νεοέλληνες γιατί καταφρονούν την παράδοση μας για να ακολουθήσουν τα «μοντέρνα»

Ο Κόντογλου θεωρούσε πως έχασε το Αϊβαλί την πατρίδα του, εξαιτίας των μεγάλων δυνάμεων. «Βγάζουμε την Ελλάδα στο σφυρί και την πουλάμε όσο όσο, όπου γυρνάνε και παζαρεύουν με φράγκα ,μάρκα ή δολάρια στο Γιουσουρούμ της ελληνικής πραμάτειας μας».

Σε ένα άρθρο του περί ξενομανίας έλεγε «δεν έχουμε πάρει χαμπάρι τι αξίζουν τα δικά μας και πετάμε τα διαμάντια που κληρονομήσαμε απ΄ τους πατεράδες για να στολιστούμε με τις χάντρες που βάζουν στα άλογα φτάνει να είναι καμωμένες σε κάποιο εργοστάσιο της Ευρώπης».

Στο ίδιο άρθρο έλεγε «Η μάνα μας η Ελλάδα έθρεψε με το αστείρευτο γάλα τις Ιταλίες τις Γαλλίες και τις Γερμανίες και τώρα την αρνιόμαστε και πηγαίνουμε να μας θρέψει η γειτόνισσα».

Και σε άλλο άρθρο «η πνευματική ξενοδουλεία μας» γράφει: «Κακόμοιρη Ελλάδα! άλλες φορές μόρφωνες τον κόσμο και έκανες παιδιά σου τους ξένους, μα τώρα έμεινες άκληρη γιατί και τα δικά σου παιδιά δε θέλουν να σε ξέρουν».

Στο δοκίμιο του «χωρίς ελληνικότητα» λέει: « η Ελλάδα γεννά Ομήρους , Ησιόδους, Πινδάρους, Ικτίνους, Χρυσοστόμους, Βασίλειους, Ανθέμιους, Πανσέληνους , Φεραίους και Παπαδιαμάντηδες. Δηλαδή ανθρώπους που μοσχοβολάνε σαν το Τίμιο Ξύλο».

Κανένας λογοτέχνης μας δεν χτύπησε την ξενομανία όσο αυτός. Κανένας δεν έψεξε τον πιθηκισμό όσο αυτός και φανταστείτε να ζούσε στη σημερινή εποχή
«Δεν έχουμε ανάγκη απ τον πολιτισμό τους! Ο Πολιτισμός τους είναι η μόδα και ο μοντερνισμός.

Είναι σαν την γρίπη, σαν την πανούκλα που έρχεται άθελα μας και μας πιάνει. Οι κήρυκες του εξευρωπαϊσμού, ό,τι είναι ελληνικό το βλέπουν φτωχό και τιποτένιο και ότι έρχεται απέξω το βλέπουν εξαίσιο.

Αυτούνων δεν τους αρέσει ο Θανάσης Διάκος αλλά ο Πάολο Μαλατέστα. Δεν τους αρέσει η Αγιά Σοφιά, το μέγα μοναστήρι αλλά τους αρέσει το τέρας του Αγίου Πέτρου. Δεν τους αρέσει ο αγιασμένος και μοσχοβολημένος Παπαδιαμάντης αλλά ο φανφαρόνος Ντ’ Ανούσιο».

«Λοιπόν ακούστε ο Μέγας Αλέξανδρος είχε τον Όμηρο στο προσκεφάλι του και πήγαινε πάνω στα αχνάρια του Αχιλλέα. Τον Μέγα Αλέξανδρο είχαν για παράδειγμα ο Αντίγονος, ο Πύρρος, Ο Αννίβας, Ο Ρήγας, Ο Θανάσης Διάκος και ο Μάρκος Μπότσαρης.

Ακόμα και ο μογγόλος, ο Ταμερλάνος ζητούσε να προσκυνήσει τον τάφο του Αλεξάνδρου. Τι να ζηλέψει η παράδοση μας;».

«Η Ξενομανία είναι η πιο παλιά αρρώστια μας . Το΄ λεγε ο Παυσανίας. Οι Έλληνες θαυμάζουν πάντα τα ξένα πράγματα πιο πολύ απ τα δικά τους».

«Οι Έλληνες ξυπνάμε κάθε πρωί με ιταλιάνικα ζαχαροτράγουδα , με μεξικάνικα στριγκλίσματα, με καβουρντίσματα κάθε φυλής για να πάρουμε το πρώτο βραβείο πως είμαστε οι καλύτεροι παπαγάλοι και πίθηκοι της οικουμένης» (Που να έβλεπε ο κυρ Φώτης την Γιουροβιζιον!)

«Τη μουσική μας την περιφρονούνε. Η σπουδαία βυζαντινή μουσική που είναι σε πολλά συνέχεια της αρχαίας ελληνικής μουσικής και που διαδόθηκε στην Ασία με τον Μέγα Αλέξανδρο την θεωρούμε πρωτόγονη και βάρβαρη και προτιμάμε τις νερουλιασμένες καντάδες, τις βαρκαρόλες, τα ουρλιάσματα των αραπάδων και τα κακομοιριασμένα τραγούδια των Νοτιαμερικανών».

«Οι Ρωμιοί είμαστε ματαιόδοξοι και ζαλισμένοι από την Ξενομανία. Η λαϊκή μας μουσική είναι εξαίσια .Είναι θησαυρός. Εμείς θέλουμε μαϊμούδες και παπαγαλισμούς. χαβανέζικες , μεξικάνικες , ιταλιάνικες, φραντσέζικες και αμερικάνικες. Τη δική μας την περιφρονούσαμε οι κουφιοκέφαλοι. Στα Ωδεία δεν πήραν χαμπάρι ποτές τους τι είναι η Ελλάδα».

«Όλοι αυτοί θέλουν η μουσική μας χειραφέτηση να είναι ιταλιάνικη. Τα μισά τραγούδια στο ραδιόφωνο είναι ξένα. ‘Η λοιπόν δεν έχουμε δική μας μουσική και τότε είναι ψέμα ότι ο ελληνικός πολιτισμός είναι σπουδαίος (γιατί πολιτισμός χωρίς μουσική δεν υπάρχει) ή έχουμε και παραέχουμε αλλά από ξενοδουλεία πετάμε τα δικά μας σαν τιποτένια.»


- Το Αϊβαλί η πατρίδα μου. Το συγκλονιστικό βιβλίο του μεγάλου Φώτη Κόντογλου την Κυριακή με τη Realnews