Quantcast
Δημήτρης Μαύρος - Real.gr

Η εξαγγελία της Συνταγματικής Αναθεώρησης από τον Κυριάκο Μητσοτάκη δεν είναι μια ουδέτερη θεσμική υπενθύμιση ούτε μια τυπική επίκληση μεταρρυθμιστικού ζήλου. Πρόκειται για κίνηση υψηλού πολιτικού συμβολισμού, που λειτουργεί ταυτόχρονα ως φυγή προς τα εμπρός και ως απόπειρα ανακατάληψης της πολιτικής πρωτοβουλίας σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης φθοράς. Ο χρονισμός μόνο ουδέτερος δεν είναι. Ακρίβεια, κόπωση της κοινωνίας, διάχυτη δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς και συσσωρευμένες σκιές στη δημόσια σφαίρα πιέζουν το κυβερνητικό αφήγημα της «κανονικότητας». Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Συνταγματική Αναθεώρηση μεταφέρει τη συζήτηση από την καθημερινή πολιτική τριβή στο πεδίο του ιστορικού οράματος, εκεί όπου η κυβέρνηση επιχειρεί να εμφανιστεί ως δύναμη θεσμικής ευθύνης και μακροπρόθεσμης σκέψης.

Η αναφορά αλλαγών σε «70 σημεία» λειτουργεί περισσότερο επικοινωνιακά παρά ουσιαστικά. Θεσμικά, μια τόσο εκτεταμένη Αναθεώρηση θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να υλοποιηθεί υπό τις παρούσες πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες. Το Σύνταγμα δεν αλλάζει με αριθμητικά εντυπωσιακά πακέτα, αλλά με συναινέσεις και κοινωνική ωρίμανση. Στην πράξη, λίγα άρθρα μπορούν να αποτελέσουν τον πραγματικό πυρήνα της σύγκρουσης. Εκεί ακριβώς εντοπίζεται και η ουσία. Πίσω από το εύρος των προτάσεων διαφαίνεται μια κεντρική επιδίωξη αναδιαμόρφωσης της σχέσης κράτους, θεσμών και διακυβέρνησης, με έμφαση στη λειτουργικότητα και στη σταθερότητα. Τα υπόλοιπα λειτουργούν ως περίβλημα, ώστε η βασική στόχευση να ενταχθεί σε ένα γενικό αφήγημα εκσυγχρονισμού. Τυπικά, ο χρόνος από την προηγούμενη Αναθεώρηση επαρκεί. Πολιτικά όμως, γεννάται το ερώτημα αν η κοινωνία είναι έτοιμη να την ακολουθήσει. Εκεί θα κριθεί αν πρόκειται για θεσμικό άλμα ή για μια καλοσχεδιασμένη αλλαγή ατζέντας.