«Η κατάρα της Αθήνας»

Ενα αττικό δειλινό του Μαρτίου του 1811 ο 23χρονος τότε Βρετανός φιλέλληνας και ποιητής λόρδος Βύρων ανέβηκε στον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης να θαυμάσει το αρχαίο κάλλος.

Οπως μεταφράζει ο καθηγητής Πάνος Καραγιώργος, ο νεαρός περιηγητής «έφριξε από αγανάκτηση και περιέπεσε σε θλίψη, όταν αντίκρισε κατεστραμμένο και λεηλατημένο τον ναό της Αθηνάς και την Καρυάτιδα να λείπει από τη θέση της. Ηταν ακόμα νωπή η ιεροσυλία που είχε διαπράξει ο Σκωτσέζος λόρδος Ελγιν…».

Παρακινημένος ο ευαίσθητος λόρδος από αγανάκτηση για τις πράξεις του βέβηλου διπλωμάτη έγραψε ένα ποίημα με τίτλο: «Η κατάρα της Αθήνας». «…Μα ο Ελγιν για να κλέψει όσα οι βάρβαροι αφήσαν, που ’τανε απ’ ό,τι εκείνος είναι βάρβαρος πιο λίγο, γιατί το ’κανε ο Ελγίνος;» αναρωτιέται στο ποίημά του ο γνωστός φιλέλληνας, που δεν ήταν ο μόνος ο οποίος κατηγόρησε τον Σκωτσέζο ως έναν κοινό κλέφτη.

Ο Σατομπριάν, οι περιηγητές Ντόντγουελ, Ντάγκλας και Κλαρκ, ο ποιητής Οράτιος Σμιθ, ο φίλος του Βύρωνα, Χόμπχαουζ, και άλλοι πολλοί διαμαρτυρήθηκαν για την επαίσχυντη αρπαγή. Τα επιχειρήματα του Βρετανικού Μουσείου για την παράνομη κράτηση του πολιτιστικού θησαυρού εκμηδενίζονται με μόνο μία φράση που έγραψε άγνωστος στη δυτική πλευρά του Παρθενώνα, απαντώντας στον τυμβωρύχο Σκωτσέζο, ο οποίος χάραξε το όνομα της γυναίκας του και το δικό του για να μην ξεχάσουμε ποτέ την ύβρη του: «Ο,τι δεν έκαναν οι Γότθοι, το έκαναν οι Σκώτοι».