Εθνικές πολιτικές ενόψει νέων διεθνών δεδομένων

γράφει ο Χριστόδουλος Κ. Γιαλλουρίδης*

* Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής, διευθυντής Κέντρου Ανατολικών Σπουδών για τον Πολιτισμό και την Επικοινωνία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

 

Η διεθνής πολιτική, όπως και η εν γένει πολιτική, δεν διαμορφώνεται με όρους ή σε συνθήκες στασιμότητας, αλλά εμπεδώνεται στο πλαίσιο μιας διαρκούς εν κινήσει ευρισκόμενης πολιτικής διεργασίας. Κατά ταύτα, οφείλει κανείς να υπογραμμίσει πως η πρόσφατη συνομολόγηση συμφωνίας Τουρκίας - Λιβύης για οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών μεταξύ των δύο χωρών, παρά το γεγονός της εξόφθαλμης απουσίας διεθνούς νομιμότητάς της, καθώς η Τουρκία εν συνειδήσει και καθ’ έξιν αγνοεί παντελώς το διεθνές δίκαιο της θάλασσας, υφίσταται ως γεγονός που συνιστά μια πραγματικότητα, η οποία και εμπεδώνει διεθνοπολιτικά τις εν εξελίξει ευρισκόμενες στρατηγικές κινήσεις της Τουρκίας στην ευρύτερη περιοχή.

Η ως άνω πολιτική ενέργεια της Αγκυρας έρχεται να συνδεθεί με τις διεξαγόμενες παράνομες, πλην υπαρκτές τουρκικές γεωτρήσεις εντός της κυπριακής ΑΟΖ. Η Τουρκία στοχεύει στην οικοδόμηση ενός ευρύτερου γεωπολιτικού και γεωστρατηγικού πλέγματος, ελεγχόμενο από την ίδια, διά του οποίου όχι μόνο δυνητικά αυξάνει την επιρροή της στην περιοχή, αλλά δημιουργεί και συνθήκες διάσπασης του άξονα Ελλάδος - Κύπρου, ακυρώνοντας την ελληνική παρουσία στη νοτιοανατολική Μεσόγειο, δεδομένου ότι το «όχημα» της Ελλάδος στην περιοχή είναι η Κυπριακή Δημοκρατία.

Οι αναφερθείσες τακτικές κινήσεις πολιτικής δεν άπτονται μόνο ζητημάτων εκμετάλλευσης υποθαλάσσιου πλούτου, αλλά παραπέμπουν σε ιστορικά προηγούμενα των αφετηριακών δομών της τουρκικής στρατηγικής στοχοθεσίας, καθώς, ήδη από τη δεκαετία του 1950 και σύμφωνα με τον τότε συνταγματολόγο και μετέπειτα πρωθυπουργό της Τουρκίας, Νιχάτ Ερίμ, η ελληνικής κυριαρχίας περιοχή του Αιγαίου και της νοτιοανατολικής Μεσογείου συνιστούσε μια κατάσταση απειλής νησιωτικής περικύκλωσης της Αγκυρας, που θα λειτουργούσε ως ασφυκτικός κλοιός στο τουρκικό πολιτικό σύστημα, μην επιτρέποντάς του να «αναπνέει» στις θαλάσσιες ζώνες που το περιβάλλουν.

Συνεπώς, οφείλει κανείς να υπογραμμίσει πως η Τουρκία, με τις ως άνω κινήσεις της σε παρόντα χρόνο, επιχειρεί να εκτιμήσει τις ελληνικές αλλά και διεθνείς επερχόμενες αντιδράσεις, έτσι ώστε να μπορέσει να προχωρήσει με τη μεγαλύτερη δυνατή ασφάλεια στους επόμενους διεθνείς και περιφερειακούς βηματισμούς της, που αποσκοπούν εν τέλει στην οικοδόμηση ενός ηγεμονικού πλέγματος επιβολής πολιτικών στην ευρύτερη περιοχή, της Ελλάδος μη εξαιρουμένης.

Τούτων δοθέντων, η Αθήνα οφείλει σήμερα, έστω και ετεροχρονισμένα, να διαβάσει και να κατανοήσει τη βαθύτερη στρατηγική στόχευση του τουρκικού πολιτικού συστήματος, οικοδομώντας πολιτικές που να επιτρέπουν στη χώρα, μόνη και μετά συμμάχων, να λειτουργεί a priori αποτρεπτικά, τουτέστιν προλαβαίνοντας τις κινήσεις της άλλης πλευράς και μην επιτρέποντας στο εαυτό της να εκδηλώνεται ως κράτος που ακολουθεί και δεν προηγείται των συμβαινόντων.

Γνωρίζοντας το τουρκικό στρατηγικό πλαίσιο που συνίσταται στη μεθόδευση επίτευξης των στόχων της Αγκυρας διά της αποστολής ερευνητικών σκαφών και γεωτρυπάνων εντός της ελληνικής θαλάσσιας επικράτειας, διά των οποίων διαδηλωτικώς και εμπράκτως θα αμφισβητηθεί η ελληνική θαλάσσια κυριαρχία, η Αθήνα οφείλει εκπέμποντας μήνυμα αποτρεπτικής στρατηγικής, δηλαδή ικανότητας της χώρας να επιφέρει στην Αγκυρα κόστος μεγαλύτερο του προσδοκώμενου οφέλους, να υποχρεώσει την Τουρκία σε κινήσεις, εν προκειμένω, πολιτικών αναδίπλωσης.

Αυτό επιβάλλει στην Αθήνα την έγκαιρη και δυναμική ενεργοποίηση των αμυντικών δυνάμεων της χώρας και την προβολή πολιτικών στρατιωτικής αποφασιστικότητας, η οποία θα ενισχύεται τα μάλα από τη σύμπραξη του συνόλου του πολιτικού συστήματος, δηλαδή λαού και πολιτικών δυνάμεων, στην αποτελεσματική αντιμετώπιση επερχόμενης, ορατά διαγραφόμενης εθνικής επιβουλής. Παραλλήλως, δε, κρίνεται επιβεβλημένη η σε τακτικό επίπεδο συνομολόγηση τριγωνικού επιπέδου αμυντικών συμμαχιών διά της κατά μόνας και ομού σύμπραξης με τους υφιστάμενους ήδη ενεργειακούς μας συμμάχους Αίγυπτο, Κύπρο και Ισραήλ, ενισχύοντας κατ’ αυτό τον τρόπο επαρκώς την αποτρεπτική μας στρατηγική.

Επιπλέον, οφείλει κανείς να υπογραμμίσει πως σε ό,τι αφορά το ευρωπαϊκό επίπεδο των επιλογών της χώρας η γαλλική διάσταση τούτων ξεχωρίζει ευκρινώς, δεδομένου του γεγονότος της αποφασιστικότητας των Παρισίων ως προς την ευρωπαϊκή ασφάλεια και της θέλησης της Γαλλίας να έχει παρουσία στη νοτιοανατολική λεκάνη της Μεσογείου ως μεγάλη ευρωπαϊκή δύναμη, διεκδικούσα πρωταγωνιστικό ρόλο στο διεθνές σύστημα. Υπογραμμίζουμε, πέραν τούτων, πως η συμμαχική διάσταση της πολιτικής καθίσταται δυνατή και εφικτή προς ολοκλήρωση τότε και μόνο εφόσον η προσβλέπουσα σε συμμαχίες χώρα εκπέμπει την αναγκαία αξιοπιστία ως προς την υφιστάμενη ικανότητα υπεράσπισης χώρου και κρατικής υπόστασης.

Η ελληνική στρατηγική οφείλει, εν κατακλείδι, τελώντας εν γνώσει του ιστορικού πλαισίου της τουρκικής πολιτικής φιλοσοφίας, να λάβει υπόψη δύο τινά, που αποτελούν συστατικά στοιχεία της τουρκικής πολιτικής. Το πρώτο αφορά το γεγονός ότι παραδοσιακά η Τουρκία όπου βρίσκει αξιόπιστη αντίσταση επί του πεδίου της επερχόμενης επιβουλής αναδιπλούται, αποφεύγοντας το ενδεχόμενο ανάληψης υψηλού στρατηγικού ρίσκου, που δυνητικά θα συνιστούσε απειλή για την ενότητα και τη συνοχή της κρατικής της υπόστασης. Το δεύτερο, δε, άπτεται του ότι οι εκπονούμενες πολιτικές μιας ιδεαλιστικού τύπου προσέγγισης «φιλίας» μεταξύ επιβουλέα και αμυνόμενου εκλαμβάνονται από την Τουρκία ως αδυναμία εκπέμπουσα το στοιχείο του φόβου, πράγμα που ενισχύει αφεύκτως την επιθετικότητά της, φέρνοντας πιο κοντά το ενδεχόμενο θερμού επεισοδίου.