Απειλές και ευκαιρίες για την Ελλάδα

γράφει ο Θάνος Π. Ντόκος*

*Γενικός διευθυντής στο Ελληνικό Ιδρυμα Ευρωπαϊκής & Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ)

Μια προσπάθεια αξιολόγησης της θέσης της Ελλάδας στη διεθνή γεωπολιτική σκακιέρα οφείλει να εξετάσει τρία -προφανώς συνδεόμενα και αλληλοεπηρεαζόμενα- επίπεδα: το περιφερειακό (κυρίως Βαλκάνια και ανατολική Μεσόγειο), το ευρωπαϊκό (Ε.Ε., αλλά και ΝΑΤΟ) και το διεθνές (σχέσεις με ΗΠΑ και άλλες μεγάλες δυνάμεις, κυρίως Ρωσία και Κίνα).

Το περιφερειακό περιβάλλον ασφαλείας εντός του οποίου βρίσκεται και κινείται η Ελλάδα χαρακτηρίζεται από έντονη ρευστότητα και αστάθεια. Συγκριτικά καλύτερη είναι η κατάσταση στα Βαλκάνια, που έχει πάψει να αποτελεί την «πυριτιδαποθήκη» της Ευρώπης, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχουν εκλείψει οι διενέξεις και οι εστίες έντασης, όπως το ζήτημα του Κοσσυφοπεδίου, το μέλλον της Βοσνίας/Ερζεγοβίνης και ο λεγόμενος «αλβανικός παράγοντας». Το ζήτημα της ονομασίας του βόρειου γείτονα της χώρας μας φαίνεται να διευθετήθηκε με τη συμφωνία των Πρεσπών, αν και θα χρειαστεί ιδιαίτερη προσοχή για την πλήρη εφαρμογή της από το άλλο μέρος. Η προσπάθεια της προηγούμενης ελληνικής κυβέρνησης για πλήρη ομαλοποίηση των σχέσεων με την Αλβανία μέσω μιας λύσης «πακέτο» δεν απέδωσε καρπούς και οι διμερείς σχέσεις χαρακτηρίζονται από υψηλή καχυποψία. Κεντρικής σημασίας ζήτημα για την περιοχή θα είναι η ευρωπαϊκή πορεία των δυτικών Βαλκανίων, καθώς η Ε.Ε. παρουσιάζεται διχασμένη (και) σε αυτό το ζήτημα.

Η Ελλάδα θα συνεχίσει να αναζητά τρόπους αποτελεσματικής διαχείρισης των σχέσεών της με μια αυξανόμενα νευρική Τουρκία, που προβληματίζεται έντονα από την απομόνωσή της από τις πολιτικές και ενεργειακές διεργασίες της ανατολικής Μεσογείου και θα συνεχίσει να κάνει έντονη την παρουσία στην περιοχή. Κυπριακό, εμβάθυνση των πολύ σημαντικών συνεργασιών 3 1 (με Κύπρο, Ισραήλ, Αίγυπτο και ΗΠΑ), ενεργειακές εξελίξεις αλλά και η ενδεχόμενη μετεξέλιξη των σχέσεων Τουρκίας - Ε.Ε. και Τουρκίας - Δύσης γενικότερα θα συνεχίσουν να απασχολούν την ελληνική εξωτερική πολιτική.

Υπάρχει σαφής βελτίωση της εικόνας της Ελλάδας μέσα στην Ε.Ε., αν και η ζημιά της τελευταίας δεκαετίας δεν έχει αποκατασταθεί πλήρως. Σε μια Ενωση που χαρακτηρίζεται από πολλαπλές διαχωριστικές γραμμές και έντονη αβεβαιότητα για το μέλλον της, καθώς και μετατοπίσεις στον εσωτερικό συσχετισμό ισχύος (αν και η γερμανική κυριαρχία δεν αμφισβητείται σοβαρά), υπάρχουν ασφαλώς απειλές, αλλά και ευκαιρίες για ένα κράτος με τα χαρακτηριστικά της χώρας μας, αρκεί να υπάρχει σχέδιο για την προώθηση των συμφερόντων μας.

Το ΝΑΤΟ βρίσκεται σε (συνεχή) αναζήτηση ρόλου, ιδιαίτερα στη Νότια Πτέρυγα της Συμμαχίας, ενώ οι δυσκολίες με την Τουρκία αναμένεται να συνεχιστούν (με τις δύο πλευρές, πάντως, να θέλουν να αποφύγουν την περαιτέρω επιδείνωση των σχέσεων). Ολα αυτά ανοίγουν ένα μικρό παράθυρο ευκαιρίας για την Ελλάδα, εφόσον βεβαίως δραστηριοποιηθεί εγκαίρως και αποτελεσματικά.

Θεαματική είναι η σύσφιγξη των σχέσεων με τις ΗΠΑ, αλλά οι προσδοκίες μας θα πρέπει να είναι ρεαλιστικές, καθώς για τις μεγάλες δυνάμεις υπάρχουν μόνιμα συμφέροντα και όχι μόνιμοι φίλοι ή εχθροί. Ασφαλώς ενισχύεται η υπάρχουσα καχυποψία στην Ουάσιγκτον και σε άλλες πρωτεύουσες σχετικά με τις προθέσεις και τον ρόλο της Τουρκίας, αλλά η στρατηγική σημασία της παραμένει υψηλή. Και κανείς σύμμαχος δεν θα απλώσει ομπρέλα προστασίας, αν η ελληνοτουρκική αντιπαράθεση μεταβληθεί σε θερμή σύγκρουση.

Οι ελληνορωσικές σχέσεις προσπαθούν να ξεφύγουν από την «αμηχανία» που προκλήθηκε από τις κατηγορίες για ενεργό ανάμειξη της Μόσχας σε προσπάθειες υπονόμευσης της συνθήκης των Πρεσπών, αλλά και την αυξανόμενη σύγκλιση και σύμπλευση Ρωσίας και Τουρκίας σε θέματα ενεργειακής και στρατιωτικής συνεργασίας. Ασφαλώς υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης των σχέσεων Αθήνας - Μόσχας, αλλά τίθεται το ερώτημα αν τα περιθώρια αυτά είναι σημαντικά, καθώς η Ρωσία αυξανόμενα θεωρεί την Ελλάδα «υποχείριο» των ΗΠΑ.

Η εμβάθυνση των σχέσεων με την Κίνα και η προσπάθεια προσέλκυσης επενδύσεων ασφαλώς θα συνεχιστεί, αν και η νέα ελληνική κυβέρνηση αναμένεται να είναι πιο προσεκτική στις κινήσεις της εντός Ε.Ε. σε θέματα που αφορούν την Κίνα (καθώς αυξάνεται η ανησυχία για κινεζικές επενδύσεις σε κρίσιμες υποδομές), ενώ η Αθήνα καλείται να διαχειριστεί επ’ ωφελεία της την αυξανόμενη κινεζική παρουσία στα Βαλκάνια και τη Μεσόγειο. Η Ελλάδα θα πρέπει, επίσης, να διερευνήσει τα περιθώρια βελτίωσης των σχέσεών της με άλλες σημαντικές χώρες (όπως η Ιαπωνία, η Ν. Κορέα, η Ινδία, ενδεχομένως και μεγάλες χώρες της Λατινικής Αμερικής), ενώ ζήτημα υψηλού ενδιαφέροντος για την Ελλάδα αποτελεί η σχέση της με τη Βρετανία μετά το Brexit.

Σε εποχές αλλαγών στον διεθνή συσχετισμό δυνάμεων, πολυδιάστατων εξελίξεων και γενικότερης ρευστότητας, παρουσιάζονται τόσο απειλές όσο και ευκαιρίες για τα κράτη. Η διαχείριση των πρώτων και η εκμετάλλευση των δεύτερων προϋποθέτει ένα αποτελεσματικό σύστημα στρατηγικού σχεδιασμού και διαχείρισης κρίσεων, το οποίο βασίζεται σε ισχυρούς θεσμούς και όχι σε πρόσωπα.