Υπάρχουν λύσεις. Αλλά θέλει η Ε.Ε.;

γράφει ο Γιώργος Αγαπητός*

*Καθηγητής και πρώην υπηρεσιακός υπουργός Οικονομικών

Διαχρονικά όλες οι χώρες βρίσκονται αντιμέτωπες με δύσκολες κοινωνικές ή φυσικές καταστάσεις. Πάντοτε, όμως, μετά από διαφωνίες ή συγκρούσεις βρίσκεται λύση για να επιβιώσουν οι άνθρωποι. Μια τέτοια δύσκολη, αναπάντεχη κατάσταση αντιμετωπίζει και σήμερα όλη η ανθρωπότητα. Χρειάζεται αλληλεγγύη και λήψη σωστών αποφάσεων, γιατί η λανθασμένη πολιτική μιας χώρας είναι καταστροφή και για την ίδια και για τις άλλες χώρες. Ελπιδοφόρο είναι το γεγονός ότι οι περισσότερες χώρες σήμερα λειτουργούν με δημοκρατικά πολιτεύματα και οι ηγέτες θα επιδιώξουν το καλό των πολιτών.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες καλείται και η χώρα μας να αντιμετωπίσει με ωριμότητα τη νέα κατάσταση, χωρίς μικροκομματικές σκοπιμότητες ή ευθυνοφοβίες, καθώς το οικονομικό κόστος για το κράτος είναι υπέρογκο και η συρρίκνωση του αριθμού των επιχειρήσεων συνεπάγεται βαριές απώλειες θέσεων εργασίας.

Η θανατηφόρα υγειονομική κρίση, η οποία αποκάλυψε τη σημασία, την αξία και το επίπεδο των δημόσιων αγαθών, έχει αμέτρητες κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις. Η αντιμετώπισή τους θα χρειαστεί οικονομικούς πόρους, θυσίες και προγραμματισμό ορθολογικής κατανομής τους. Μόνον έτσι θα αποφευχθούν κοινωνικές αναταραχές, τραγική διόγκωση της ανεργίας, ακυβερνησία, αφυδάτωση των φορολογικών εσόδων, εσωτερική υποτίμηση, νέο μνημόνιο, χρεοκοπία ή αναγκαστικός εσωτερικός δανεισμός και αποχώρηση από την Ε.Ε.

Είναι πλέον αναγκαίος ένας αυστηρός προγραμματισμός, με την εκπόνηση στο ΚΕΠΕ ενός 5ετούς προγράμματος κοινωνικής και οικονομικής ανασυγκρότησης (σε εθνικό καιπεριφερειακό επίπεδο), με βασικούςστόχους την αύξηση της απασχόλησης, την αποφυγή επιπλέον επιβάρυνσης των επιχειρήσεων, των εργαζομένων και των συνταξιούχων, την ενίσχυση της ενεργού ζήτησης και την εξασφάλιση των βασικών δημοσίων αγαθών. Οι κύριες κατευθύνσεις αυτού του προγράμματος πρέπει να δίδονται από εξειδικευμένους αντικειμενικούς επιστήμονες (Εθνικό Οικονομικό Συμβούλιο), όπως έγινε με επιτυχία κατά την υγειονομική κρίση, οι οποίοι θα συνεργάζονται με το ΚΕΠΕ. Η επιτυχία θα εξασφαλιστεί εάν επικρατήσει η επιστημονική γνώση του πολιτικού κόστους. Μόνον έτσι θα αποφύγει η ελληνική οικονομία τη ΜΕΘ και θα πεισθούν οι επενδυτές να τοποθετήσουν κεφάλαια σε έργα υποδομής, ενέργειας, καινοτομίας και νέας τεχνολογίας για τα επόμενα χρόνια στην Ελλάδα.

Αυτό επιβάλλει η προβλεπόμενη, πρωτόγνωρη παγκόσμια ύφεση, η οποία αναπόφευκτα θα πλήξει και τη χώρα μας. Οι εκτιμήσεις για την ελληνική οικονομία από την κυβέρνηση και σοβαρούς αρμόδιους διεθνείς οργανισμούς κυμαίνονται μεταξύ 5%-20%, και σωστά η κυβέρνηση, για ευνόητους λόγους, παραθέτει το χαμηλότερο ποσοστό. Καλό είναι, όμως, να λαμβάνονται υπόψη όλες οι εκτιμήσεις, όχι μόνο το ύψος του ποσοστού της ύφεσης, αλλά και για τους οικονομικούς τομείς και κλάδους που θα πλήξει. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η οικονομία είναι πολύ τραυματισμένη από την προηγούμενη κρίση κατά την οποία το ΑΕΠ (2008-2018) μειώθηκε κατά 23,7% (57 δσι. ευρώ), οι αμοιβές της εξηρτημένης εργασίας κατά 25,5% (20 δισ.), η κατανάλωση των νοικοκυριών κατά 23% και οι υπηρεσίες κατά 25,7%. Εάν τώρα προστεθεί μια ύφεση άνω του 5%, θα είναι η χαριστική βολή και οι εθνικές, κοινωνικές, οικονομικές επιπτώσεις θα είναι ανυπολόγιστες. Γι’ αυτό πρέπει να ληφθούν άμεσα –αποτελεσματικά- στοχευμένα μέτρα πολιτικής και να αξιοποιηθούν όλα τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας, ώστε να καλυφθεί και η προσωρινή πτώση του τουρισμού, ο οποίος συμβάλλει σημαντικά στο ύψος του ΑΕΠ και της απασχόλησης.

Η χώρα διαθέτει αξιόλογο επιστημονικό προσωπικό σε όλους τους τομείς, μοναδικά φυσικά και πολιτιστικά στοιχεία, μεγάλα περιθώρια ανάπτυξης της αγροτο-κτηνοτροφικής παραγωγής, τυποποίησης, αλιείας, ιχθυοκαλλιέργειας, μεταποίησης, ισχυρή φαρμακοβιομηχανία, ναυπηγοεπισκευαστικές δυνατότητες, πανίσχυρη ναυτιλία και τις προϋποθέσεις δημιουργίας διεθνών-ξενόγλωσσων εκπαιδευτικών κέντρων. Αρκεί να δοθούν τα κατάλληλα κίνητρα και να δημιουργηθεί η απαραίτητη υποδομή.

Φυσικά απαιτούνται οικονομικοί πόροι, τους οποίους στερούνται σήμερα το κράτος και η επιχειρηματική κοινότητα. Χωρίς ενίσχυση της ρευστότητας δεν αντιμετωπίζεται η υποτονική ζήτηση, γιατί αυτή εξαρτάται από την ενίσχυση των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών, η οποία επιτυγχάνεται μόνο με χρηματοδότηση μη δανειακής μορφής ή τη μείωση των φόρων. Χωρίς ζωντανή ενεργό ζήτηση δεν υπάρχει προσδοκία ανάκαμψης. Δεδομένου ότι η οριακή ροπή για κατανάλωση είναι άνω του 0,80 (δηλαδή από μια αύξηση του εισοδήματος κατά 100 ευρώ, τα 80 κατευθύνονται στην κατανάλωση), μια μικρή αύξηση των δαπανών (επένδυσης-κατανάλωσης) ενισχύει σημαντικά το ΑΕΠ, αφού ο κεϊνσιανός πολλαπλασιαστής δαπάνης (k) είναι τουλάχιστον 5 "k=1:(1-0,80)=5". Μια αύξηση π.χ. της κατανάλωσης κατά 10 χρηματικές μονάδες (ΔC) θα αυξήσει το ΑΕΠ (ΔΥ) κατά 50 (ΔΥ= k X ΔC=5 X 10= 50).

Το κομβικό σημείο, συνεπώς, είναι η εξασφάλιση πόρων για να ενισχυθεί η ρευστότητα του κράτους των τραπεζών, των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών. Στην πράξη υπάρχουν πολλοί τρόποι (πηγές), αλλά πρέπει να επιλεγούν οι εφικτοί με τη συμβολή της Ε.Ε. Ειδικότερα:

- Η αύξηση των φορολογιών ενισχύει τον κρατικό Προϋπολογισμό αλλά αποδυναμώνει νοικοκυριά και επιχειρήσεις, που έχουν ήδη αφυδατωθεί. Αναγκαία ίσως είναι μια εφάπαξ τολμηρή επιβάρυνση των κατόχων μεγάλου πλούτου και η παρότρυνση επαναπατρισμού των καταθέσεων εξωτερικού.

- Ο δημόσιος δανεισμός ενισχύει το κρατικό ταμείο, αλλά δεσμεύει τις επόμενες γενιές και, εάν είναι αναγκαστικός, τόσο το χειρότερο. Αντίθετα, η αναδιάρθρωση του χρέους θα ανακουφίσει τον κρατικό Προϋπολογισμό.

-Η έκδοση νέου χρήματος, αλλά αυτό το δικαίωμα δυστυχώς το έχει πάρει η ΕΚΤ από τα κράτη-μέλη, με σκοπό όμως να το χρησιμοποιεί, αλλιώς πρέπει να το επιστρέψει.

Είναι φανερό ότι ανάσα στην ελληνική οικονομία μπορεί να δοθεί από το αποθεματικό των 37 δισ. ευρώ και τα ευρωπαϊκά ταμεία-ΕΚΤ. Η Ε.Ε., μαζί με το ΔΝΤ, έχει ευθύνη για τη σκληρή-λανθασμένη λιτότητα της 10ετίας, που οδήγησε στην ύφεση και στην αύξηση του δανεισμού. Η υγειονομική κρίση και ο σχεδόν μηδενικός ρυθμός πληθωρισμού στην ευρωζώνη επιβάλλουν την έκδοση νέου χρήματος και κοινοτικές μεταβιβάσεις χωρίς την επιβολή νέου δανεισμού, ο οποίος συνοδεύεται πάντοτε με εσωτερική υποτίμηση και σκληρά προγράμματα λιτότητας. Οι χώρες του Νότου μπορούν να πιέσουν και η Ε.Ε. πρέπει, σύμφωνα με τις Ευρωπαϊκές Συνθήκες, να εκδώσει νέο χρήμα ή κοινά ευρωομόλογα (debt union) ή ομόλογα «αέναης» διάρκειας. Συγκεκριμένα, το ευρωσύστημα μπορεί να διαθέσει το στρατηγικό- εφεδρικό απόθεμά του για την κάλυψη εποχικών διακυμάνσεων της ζήτησης, ώστε να αποφευχθούν η κατάρρευση των ευρωπαϊκών οικονομιών και η διαδοχική έξοδος των χωρών-μελών από την ευρωζώνη. Η επόμενη 5ετία θα είναι ιστορική για τις εξελίξεις στην Ε.Ε. και χρειάζονται σοβαρές αποφάσεις από την ηγεσία της, παρακάμπτοντας τις ιδιοτελείς αντιρρήσεις των ισχυρών κρατών-μελών.