«Ναι» στις παροχές, αλλά με σχέδιο

γράφει ο Παναγιώτης Ε. Πετράκης*

*Καθηγητής του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

Οι παροχές παραπέμπουν κατ’ αρχάς στην πραγματική δυνατότητα της οικονομίας, που θεωρητικά κρίνεται από το πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης. Πάνω από το 3,5% του ΑΕΠ μπορούμε να το ξοδεύουμε όπως νομίζουμε, εφόσον δεν απειλείται η ισχύουσα άσκηση βιωσιμότητας του χρέους. Το πρωτογενές δημοσιονομικό αποτέλεσμα είναι μία εικόνα του δημοσιονομικού χώρου που έχει διαμορφωθεί κυρίως από τις μεγάλες μειώσεις στις δαπάνες εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους, λόγω των επανειλημμένων ρυθμίσεων, τις ιδιωτικοποιήσεις και τις μειώσεις δημόσιων μισθών και συντάξεων.

Στη συνέχεια, το πρωτογενές πλεόνασμα επηρεάζεται από την υπερφορολόγηση (την έκταση, δηλαδή, της φορολόγησης, που είναι τόσο μεγάλη ώστε προκαλεί αναλογική μείωση των φορολογικών εισπράξεων), τη συρρίκνωση των παραγωγικών δημόσιων δαπανών (επενδύσεις), την έκταση των ληξιπρόθεσμων του Δημοσίου και τον αναχρονισμό των υποχρεώσεων του Δημοσίου (π.χ. συντάξεις). Σε κάθε περίπτωση, επειδή το Δημόσιο δεν έχει διπλογραφικό σύστημα, δηλαδή δεν αναγνωρίζει υποχρεώσεις και απαιτήσεις, ο δείκτης του πρωτογενούς πλεονάσματος μπορεί να εκφράζει τη δυνατότητα ρευστότητας του Δημοσίου, αλλά όχι και τη βιωσιμότητα της δημοσιονομικής πολιτικής.

Ετσι, ένας οποιοσδήποτε επανυπολογισμός του που θα λάμβανε υπόψη π.χ. έστω και μέρος από τις δικαστικές συνταξιοδοτικές απαιτήσεις, θα μετέβαλε δραματικά την εικόνα. Τώρα, γιατί οι εταίροι συμφώνησαν να χρησιμοποιούμε τον δείκτη αυτόν τη στιγμή που έχουν -ή τουλάχιστον θα έπρεπε να έχουν- ακριβέστατη εικόνα των στρεβλώσεων που φέρει, έχει αρκετές εξηγήσεις, με απλούστερη το γεγονός ότι ήταν ο πλέον πρόσφορος. Οσον αφορά τον χρονισμό των μέτρων, το ότι εξαγγέλθηκαν νωρίτερα από το 2020 που θα αποφασιζόταν κανονικά ή εάν ο ΣΥΡΙΖΑ αντέγραψε μέτρα της Ν.Δ., ελάχιστα μας ενδιαφέρει εδώ. Αυτά είναι πολιτικά προβλήματα και προβλήματα της κυβέρνησης με τους εταίρους, και, εάν υπάρχουν, ας βρουν τρόπο να τα λύσουν χωρίς επιπλέον ζημιές.

Αυτό που μας απασχολεί, όμως, είναι η οικονομική σκοπιμότητα των παροχών που έχει τρεις διαστάσεις: Μία κοινωνική, στον βαθμό που ενισχύονται ομάδες πληθυσμού που βρίσκονται σε δύσκολη θέση, π.χ. μειώσεις ΦΠΑ (που είναι ο πιο άδικος φόρος) και φορολογίας. Μία οικονομική, στον βαθμό που ενισχύει την ενεργό ζήτηση για να δώσει ώθηση στην οικονομική δραστηριότητα. Μία αναπτυξιακή, στον βαθμό που το πακέτο διευκολύνει τις προσλήψεις των νέων, την αύξηση του συντελεστή αποσβέσεων και τις μειώσεις φορολογίας επιχειρήσεων.

Συνολικά, όμως, είναι εμφανές ότι η σύνθεση του πακέτου ενισχύει τον καταναλωτικό χαρακτήρα της οικονομικής πολιτικής, αφήνοντας τις αναπτυξιακές του διαστάσεις σχεδόν συμβολικές. Είναι εντυπωσιακό ότι προτιμήθηκε η αύξηση των αποσβέσεων από την επιμήκυνση της δυνατότητας απόσβεσης των επιχειρηματικών ζημιών από την κρίση, ενώ είναι προφανές ότι το κύριο πρόβλημα της οικονομίας είναι η ύφεση των ισολογισμών και είναι μεγάλο ζητούμενο η απομόχλευση του ιδιωτικού τομέα!

Στο αναπτυξιακό, εξάλλου, πεδίο διαφοροποιούνται οι πολιτικοί ανταγωνιστές: ο ΣΥΡΙΖΑ μιλά για δημοσιονομική χαλάρωση και αναδιανεμητική πολιτική (κυρίως μέσω του δημόσιου τομέα), ενώ η Ν.Δ. μιλά για δημοσιονομική χαλάρωση και πολιτική μεταρρυθμίσεων (κυρίως μέσω του ιδιωτικού τομέα).

Είναι τόσο φανερό το πρόβλημα που δημιούργησε ο ανισομερής χαρακτήρας του δημοσιονομικού πακέτου, ώστε οι διεθνείς αγορές (βοηθούμενες και από τη διεθνή αρνητική συγκυρία λόγω του διεθνούς εμπορικού πολέμου) αντέστρεψαν τη θετική πορεία των ελληνικών ομολόγων που είχε εγκαθιδρυθεί μετά την έξοδο από το μνημόνιο. Παράλληλα, ας προετοιμαζόμαστε για μετεκλογική λιτότητα!

Εάν μείνουμε μόνο στο πρώτο μέρος του πακέτου (δημοσιονομική χαλάρωση), τότε απλώς εντείνουμε τον καταναλωτικό και πάντως διακομματικό φιλολαϊκό χαρακτήρα της οικονομικής πολιτικής, και, ως Ελλάδα, απομακρυνόμαστε απ’ ό,τι έχουμε περισσότερο από ποτέ ανάγκη: να δημιουργήσουμε ένα δυναμικό αναπτυξιακό οικονομικό μοντέλο για να μη χαθούν οι θυσίες μίας δεκαετίας. Εδώ βρίσκεται το σοβαρότερο πρόβλημα των εξαγγελιών και αφορά το είδος του μηνύματος που περνά στον λαό. Τι είναι πιο σημαντικό; Nα εξασφαλίσουμε τη βιωσιμότητα της πολύτιμης κοινωνίας μας ή να εξασφαλιστεί η πολιτική βιωσιμότητα των φορέων που αποφασίζουν;

Συμπερασματικά, το πακέτο έχει θετικό κοινωνικό χαρακτήρα, καταναλωτική έμφαση, αδύνατη αναπτυξιακή διάσταση και μία ασαφή σχέση με τις πραγματικές δημοσιονομικές δυνατότητες. Κατά τα άλλα, είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον ότι ξεκαθαρίζει ο δημοσιονομικός ορίζοντας και έτσι αναγκαστικά μεταφέρεται το βάρος του πολιτικού διαλόγου στο επόμενο και πιο απαιτητικό στάδιο: Στις προϋποθέσεις ανάπτυξης της χώρας.