Ο Ερντογάν και οι εσωτερικές ανακατατάξεις

γράφει ο Κωνσταντίνος Φίλης*

*Διευθυντής IGA, αναπληρωτής καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδος και αναλυτής διεθνών θεμάτων του ANT1

Είναι πανθομολογούμενο ότι ο Πρόεδρος Ερντογάν διάγει την πιο δύσκολη περίοδο στα σχεδόν 20 χρόνια της πολιτικής του κυριαρχίας. Η οικονομική κρίση αγγίζει τα πιο ευάλωτα στρώματα της τουρκικής κοινωνίας, τα οποία ευνοήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια από τις πολιτικές του Τούρκου Προέδρου, εμπιστεύτηκαν το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, αλλά τώρα βλέπουν τα όποια οφέλη να εξανεμίζονται μπροστά στην κρίση πληθωρισμού και την υποχώρηση της αξίας του εθνικού νομίσματος.

Βρίσκονται, συνεπώς, σε ένα μεταίχμιο για την επιλογή του επόμενου Προέδρου, ωστόσο δεν πρέπει να θεωρούνται ως ψηφοφόροι χαμένη υπόθεση για την τουρκική ηγεσία. Ασφαλώς, το αφήγημα για τις επιθέσεις που δήθεν δέχεται η χώρα και στις οποίες αντιστέκεται, χρεώνοντας έτσι την καταβαράθρωση της οικονομίας σε ξένο δάκτυλο, βρίσκει απήχηση σε μία μερίδα του πληθυσμού, αλλά δεν είναι αρκετό για να κερδηθούν οι επόμενες εκλογές.

Ο Ερντογάν διατείνεται ότι δίνει έναν άνευ όρων αγώνα για την οικονομική ανεξαρτησία της χώρας του, τη διπλωματική της αυτονομία, την ενεργειακή της απεξάρτηση, τη στρατιωτική αυτοτέλεια, και πως αυτό τον καθιστά ενοχλητικό σε ξένες δυνάμεις που θα επιθυμούσαν ένα πειθήνιο όργανο αντί ενός ηγέτη που δεν τον ελέγχουν. Αυτή η συλλογιστική μπορεί να καταγγέλλεται από τις άλλες πολιτικές δυνάμεις, αλλά σε σημαντικό βαθμό τις δεσμεύει για την επόμενη ημέρα. Ετσι, πάντως, δεν μπορεί να κρυφτούν χτυπητές αδυναμίες της τουρκικής οικονομίας αλλά και τα λάθη, απότοκο μιας ανορθόδοξης πολιτικής, π.χ. μείωσης των επιτοκίων εν μέσω εκτίναξης του πληθωρισμού.

Εντούτοις, ο κρατικισμός του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, καθώς και η απουσία σοβαρής εναλλακτικής πρότασης αντί του καταγγελτικού λόγου, δίνουν χρόνο και χώρο στον Ερντογάν για να ελπίζει ότι με κάποιες προσαρμογές θα μπορέσει να γυρίσει το παιχνίδι υπέρ του. Το πρόβλημά του είναι ότι θα απαιτηθούν σκληρά και αντιδημοφιλή μέτρα, που παραπέμπουν στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, για να βγει η κατά τα άλλα δυναμική τουρκική οικονομία από το σημερινό τέλμα. Αρα, είτε θα πρέπει να λάβει γρήγορα αποφάσεις ή να επιλέξει τον δρόμο προσέλκυσης κεφαλαίων κυρίως από αραβικά κράτη. Να ρίξει έτσι ζεστό χρήμα στην αγορά και στα νοικοκυριά και να πάει σε πρόωρες εκλογές, τις οποίες ακόμα κι αν χάσει, θα έχει αφήσει την «καυτή πατάτα» της οικονομίας στα χέρια του επόμενου ηγέτη.

Πόσο, όμως, πιθανό είναι να χάσει τις επόμενες εκλογές; Σύμφωνα με μία ποιοτική μέτρηση των τάσεων της κοινής γνώμης που διεξήγαγε το Πανεπιστήμιο Kadir Has, οι απώλειες του Ερντογάν δεν είναι τόσο μεγάλες όσο έχουν εκτιμηθεί. Ναι μεν η οικονομία κρίνεται ως το μεγαλύτερο πρόβλημα για τους πολίτες και, μάλιστα, ακολουθείται από το προσφυγικό ζήτημα, με διπλασιασμό των ποσοστών για την πρώτη και τριπλασιασμό για το δεύτερο σε σχέση με το περασμένο έτος, αλλά 4 στους 10 πολίτες δηλώνουν ικανοποιημένοι με τη διαχείριση της οικονομίας από την κυβέρνηση. Οι μισοί Τούρκοι στηρίζουν την εξωτερική πολιτική, πιστεύοντας στην τουρκική ιδιαιτερότητα, που προσφέρει τη δυνατότητα άσκησης μιας πιο επιθετικής διπλωματίας. Οταν λοιπόν ένα ποσοστό σχεδόν 60% αυτοπροσδιορίζεται ως συντηρητικό και πατριωτικό, αυτή καταλήγει να είναι η βάση πάνω στην οποία ο κάθε ηγέτης πρέπει να πατήσει για να μπορέσει να κυριαρχήσει πολιτικά.

Επομένως, αν ο Ερντογάν δεν είχε κάνει το λάθος κατά τη συνταγματική αναθεώρηση της επιβολής του ποσοστού 50%+1 για την εκλογή Προέδρου, θα είχε μεγαλύτερες πιθανότητες επανεκλογής. Παρ’ όλα αυτά το ποσοστό που πρέπει να καλύψει για να φτάσει στην πολυπόθητο νούμερο είναι της τάξεως του 8%+, ενώ ο αντίπαλός του χρειάζεται να συσπειρώσει όλες τις δυνάμεις της αντιπολίτευσης γύρω από το πρόσωπό του για να έχει πιθανότητες επικράτησης. Το πρόβλημα εδώ είναι, πρώτον, ποια προσωπικότητα μπορεί να το καταφέρει και αν αυτή είναι προτιμότερο να προέρχεται από τους κόλπους του κυβερνώντος κόμματος (παραδείγματος χάριν ο Μπαμπατζάν) και δεύτερον πώς θα εξασφαλιστούν οι ψήφοι των Κούρδων, οι περισσότεροι εκ των οποίων παραδοσιακά ψηφίζουν Ερντογάν. Συνεπώς, η μάχη για τον τελευταίο δεν είναι χαμένη και τουλάχιστον προσώρας η ήττα του δεν είναι προδιαγεγραμμένη.

Στα καθ’ ημάς, η διαδεδομένη αντίληψη ότι οι εσωτερικές κρίσεις της Τουρκίας εξάγονται είναι υπεραπλουστευμένη και δεν λαμβάνει υπόψη δύο στοιχεία: ότι η Αγκυρα δεν παίρνει παρά μόνο ελεγχόμενα ρίσκα όταν πρόκειται να εμπλακεί σε στρατιωτικές επιχειρήσεις και, μάλιστα, με την έγκριση ή την ενεργό ανοχή κάποιων εκ των ισχυρών δρώντων και επίσης ότι ο οικονομικός αντίκτυπος μιας επιθετικής ενέργειας εναντίον της Ελλάδας αυτή τη στιγμή θα ήταν οδυνηρός. Ωστόσο, στο διπλωματικό πεδίο θα συνεχίσει να μας ασκεί πίεση με απώτερο στόχο τη φθορά μας, που, κατά την αντίληψή τους, θα διευκόλυνε μία στρατηγικού χαρακτήρα αναδίπλωση της Αθήνας ή, έστω, δεν θα της επέτρεπε να αναλάβει πρωτοβουλίες περαιτέρω κατοχύρωσης των θέσεών της έναντι της Αγκυρας. Για να μην τρέφουμε αυταπάτες για την επόμενη ημέρα, αυτή η άποψη διατρέχει οριζόντια το πολιτικό σύστημα στη γείτονα.