Αλλαγή δεδομένων στη Συρία και στην ανατολική Μεσόγειο

γράφει ο Θάνος Π. Ντόκος*

*Γενικός Διευθυντής στο Ελληνικό Ιδρυμα Ευρωπαϊκής & Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ)

Η ξαφνική αλλαγή της αμερικανικής στάσης στο ζήτημα των Κούρδων της Συρίας άνοιξε τον δρόμο για την έναρξη στρατιωτικών επιχειρήσεων από την Τουρκία εναντίον των Κούρδων. Με την προσπάθεια δημιουργίας «υγειονομικής ζώνης» (cordon sanitaire) ανάμεσα στους κουρδικούς πληθυσμούς της Συρίας και της Τουρκίας και τη γενικότερη -εθνικιστικής λογικής- ρητορική του, ο Πρόεδρος Ερντογάν στοχεύει τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό μέτωπο, προβάλλοντας την εικόνα μιας σημαντικής περιφερειακής δύναμης που αγνοεί τις αντιδράσεις, προκειμένου να διασφαλίσει τα συμφέροντά της. Εν προκειμένω, θα πρέπει να σημειωθεί ότι από την εποχή της Συνθήκης των Σεβρών το 1920, όλοι οι Τούρκοι ηγέτες, είτε κεμαλιστές, είτε ισλαμιστές, καταδιώκονται από το φάντασμα ή το σύνδρομο των Σεβρών, δηλαδή του εδαφικού διαμελισμού της Τουρκίας με αφορμή ή εργαλείο το κουρδικό ζήτημα. Πρόκειται, σύμφωνα με τη δική τους αντίληψη, για υπαρξιακή απειλή και η Τουρκία είναι διατεθειμένη να πληρώσει υψηλό τίμημα για να την αποτρέψει. Για τον λόγο αυτόν, η συγκεκριμένη στρατιωτική επιχείρηση έχει προκαλέσει τη συσπείρωση μεγάλου μέρους του τουρκικού λαού, αναγκάζοντας ακόμη και μετριοπαθείς πολιτικούς της αντιπολίτευσης να εκφράσουν την υποστήριξή τους.

Ωστόσο, το κόστος της επιχείρησης «Πηγή Ειρήνης» μπορεί να αποδειχθεί υψηλότερο του αναμενόμενου, καθώς η Τουρκία βρίσκεται αντιμέτωπη με πολλά ανοιχτά μέτωπα και, ουσιαστικά, κανένα πραγματικό σύμμαχο (πλην της, αμφιλεγόμενων κινήτρων, συνεργασίας με τη Ρωσία). Από την άλλη πλευρά, η αποδοχή από κουρδικής πλευράς της ανάπτυξης του συριακού στρατού σε κουρδικά εδάφη ενδέχεται να διευκολύνει τον Ερντογάν, καθώς μέρος της επίμαχης περιοχής θα ελέγχεται από τις τουρκικές δυνάμεις και το υπόλοιπο από τον συριακό στρατό, ο οποίος προφανώς δεν πρόκειται να αποχωρήσει. Αρα, το όνειρο μιας ουσιαστικής κουρδικής αυτονομίας φαίνεται να απομακρύνεται και μαζί και ο τουρκικός εφιάλτης για μελλοντικό κουρδικό κράτος. Πιθανώς γι’ αυτόν τον λόγο ο Τούρκος Πρόεδρος συμφώνησε μια κατάπαυση πυρός για πέντε ημέρες. Με κάποιο πρόσχημα, εύκολα θα μπορούσε να ανακοινώσει και τον οριστικό τερματισμό της τουρκικής επίθεσης, διατηρώντας απλώς κάποιες δυνάμεις σε συριακό έδαφος μέχρι την οριστική διευθέτηση του συριακού ζητήματος.

Τίθεται το ερώτημα αν και σε ποιον βαθμό τα νέα σκαμπανεβάσματα στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις, που προκαλούνται σε σημαντικό βαθμό από τις αλλόκοτες κινήσεις του Προέδρου Τραμπ (που ασκεί διπλωματία μέσω Twitter) και οι εξελίξεις στη Συρία θα επηρεάσουν την τουρκική στάση σε θέματα ανατολικής Μεσογείου και Αιγαίου. Ακόμη και αν συνεχιστούν οι χερσαίες επιχειρήσεις στη Συρία, δεν επηρεάζεται η ικανότητα του τουρκικού πολεμικού ναυτικού, αλλά και της αεροπορίας, να συνεχίσουν τις κινήσεις του σε Κύπρο και Αιγαίο. Η δε σημαντική τουρκική οικονομική επένδυση στις δυνατότητες έρευνας και εξόρυξης υδρογονανθράκων και το σχετικά χαμηλό πολιτικό κόστος της μέχρι τώρα «πολιτικής κανονιοφόρων» έναντι της Κύπρου οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η Αγκυρα θα συνεχίσει την ίδια πολιτική. Ελλάδα και Κύπρος θα πρέπει να αναζητήσουν τρόπους διπλωματικής αντίδρασης, δεδομένου ότι η περαιτέρω στρατιωτικοποίηση της κρίσης θα ωφελούσε ξεκάθαρα την τουρκική πλευρά. Μια πιθανή επιλογή θα ήταν η προσπάθεια εμπλοκής των Τουρκοκυπρίων στο ενεργειακό μέσω μιας άτυπης επιτροπής, με αντάλλαγμα τον τερματισμό των τουρκικών ενεργειών στην κυπριακή ΑΟΖ και την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων για το Κυπριακό.

Η άλλη πιθανή συνέπεια της κρίσης στη Συρία, εφόσον διαρκέσει, θα είναι η αύξηση των προσφυγικών ροών προς την Ελλάδα. Ωστόσο, η συντριπτική πλειονότητα των Κούρδων προσφύγων θα κινηθεί προς άλλες κατευθύνσεις, αποφεύγοντας την Τουρκία, και κατά συνέπεια την Ελλάδα. Τέλος, ανησυχία προκαλεί το ενδεχόμενο διαφυγής τζιχαντιστών του Ισλαμικού Κράτους διαμέσου της χώρας μας.

Καθώς δεν θα πρέπει να αναμένεται ουσιαστική ευρωπαϊκή (πλην μεταναστευτικού) και αμερικανική στήριξη έναντι της Τουρκίας, πέραν μάλλον κάποιων συμβολικής σημασίας δηλώσεων και κινήσεων, η ελληνική στρατηγική θα πρέπει να στηριχθεί στο γνωστό τρίπτυχο: πρώτον, ενίσχυση της δυνατότητας στρατηγικού σχεδιασμού και διαχείρισης κρίσεων και ενεργοποίηση πολυεπίπεδων διαύλων επικοινωνίας με την άλλη πλευρά. Δεύτερον, ευρύτατη αναδιοργάνωση των Ενόπλων Δυνάμεων, επενδύσεις σε νέες τεχνολογίες, ανανέωση εξοπλισμού με σώφρονα διαχείριση εθνικών πόρων και στήριξη από ελληνική επιχειρηματική/εφοπλιστική κοινότητα και, τρίτον, ρεαλιστικές προσδοκίες και βέλτιστη αξιοποίηση ευκαιριών στο πλαίσιο συμμαχιών.