Κίνδυνοι και στοιχήματα ενόψει του 2023

γράφει ο Κωνσταντίνος Φίλης*

*Αναπληρωτής καθηγητής του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδας & αναλυτής διεθνών θεμάτων του ANT1

Κατά την ομιλία του στη Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, ο Τούρκος Πρόεδρος, αναφερόμενος στο Αιγαίο, μίλησε για διαφορές που πρέπει να λυθούν μέσω του διμερούς διαλόγου. Και είναι αλήθεια ότι -για τα στάνταρντ του- ο Ερντογάν έχει χαμηλώσει τους τόνους έναντι της Ελλάδας τους τελευταίους μήνες. Προφανώς η ανάκτηση των διαύλων επικοινωνίας με τον Ελληνα πρωθυπουργό, μετά από ένα μεγάλο διάστημα που οι σχέσεις τους βρέθηκαν στον πάγο, έχει συμβάλει σε αυτό. Οπως κυρίως και η ανάγκη της τουρκικής ηγεσίας να δείξει στη διεθνή κοινότητα και ιδίως στις ΗΠΑ (από την ηγεσία των οποίων πιέζεται) ότι επανέρχεται σε μία σχετική κανονικότητα και επιδιώκει την αποκατάσταση των σχέσεών της με ορισμένους από τους γείτονές της. Προς τούτο έχει κάνει συγκεκριμένες ενέργειες προς τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, με τα οποία μάλιστα συζητά επενδύσεις στον ενεργειακό της κλάδο, αλλά και προς την Αίγυπτο, στην οποία, ως κίνηση καλής θέλησης, προτίθεται να επιστρέψει κάποιους Αδελφούς Μουσουλμάνους. Ταυτόχρονα, ο Ερντογάν έχει σταματήσει στις δημόσιες παρουσίες/ομιλίες του τον χαιρετισμό «ραμπιά», που παρέπεμπε στη Μουσουλμανική Αδελφότητα. Με το Ισραήλ η κατάσταση είναι πιο σύνθετη, αλλά και εδώ γίνονται προσπάθειες διόρθωσης. Ο Ερντογάν έφτασε στο σημείο να προσεγγίσει προφορικά τουλάχιστον ακόμη και την Αρμενία, ένα χρόνο μετά τα γεγονότα στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ, όπου τα τουρκικά drones έδωσαν συντριπτική υπεροχή στις δυνάμεις του Αζερμπαϊτζάν, για να εξουδετερώσουν τις αντίστοιχες αρμενικές.

Απέναντι στην Κύπρο, η Αγκυρα παραμένει προκλητικά ανυποχώρητη, όμως έχει καταφέρει μέρος της διεθνούς κοινότητας αλλά και αξιωματούχων του ΟΗΕ, που εμπλέκονται στις διαπραγματεύσεις, να αποδίδουν αυτή τη συμπεριφορά στην περιφρόνηση των Τουρκοκυπρίων από τους Ελληνοκύπριους. Ως προς την Ελλάδα, πέρα από τις φανφάρες, τα επικοινωνιακά τεχνάσματα και την προπαγάνδα, που κινούνται στο δίπολο «επιθυμία για διάλογο και αλλοίωση της εικόνας της Ελλάδας διεθνώς», στην ουσία η Τουρκία προωθεί ευλαβικά το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας». Τονίζεται ότι προκειμένου να αποστεί των ευθυνών της για τη συνειδητή διοχέτευση προσφύγων και μεταναστών στην ευρωπαϊκή επικράτεια και τον κίνδυνο στον οποίο θέτει τις ζωές τους, αντιστρέφει την πραγματικότητα και κατηγορεί την Αθήνα για απάνθρωπη μεταχείριση. Αδυνατεί, βέβαια, να ξεχάσει το στραπάτσο της στον Εβρο, όμως και εμείς οφείλουμε να αναδεικνύουμε πιο εμφατικά τις αντιφάσεις της και ασφαλώς την απροθυμία της να τηρήσει τα συμφωνηθέντα της Κοινής Δήλωσης Ε.Ε. - Τουρκίας του 2016, όπως το να δεχθεί την επιστροφή όσων δεν λαμβάνουν άσυλο στην Ελλάδα.

Την ώρα λοιπόν που ο Ερντογάν ζητούσε από το βήμα του ΟΗΕ διμερή διάλογο για τα προβλήματα του Αιγαίου, το τουρκικό πολεμικό ναυτικό επιχειρούσε να παρεμποδίσει τη διέλευση ενός σκάφους που διεξάγει έρευνες εντοπισμού του σημείου που θα ποντιστεί ο αγωγός EastMed - αν και εφόσον τελικά κατασκευαστεί. Γνωρίζουν, βέβαια, στην Αγκυρα ότι αυτή η ενέργεια αφορά δικαίωμα της ανοιχτής θάλασσας, συνεπώς η επίκληση του παράνομου τουρκολιβυκού συμφώνου, άρα και της τουρκικής υφαλοκρηπίδας είναι έωλη. Αντιθέτως, οι σεισμικές έρευνες που διεξήγαγε πέρυσι το «Oruc Reis» για 82 ημέρες σε ανοριοθέτητη και αμφισβητούμενη περιοχή ανάμεσα σε Καστελλόριζο και Ρόδο ήταν παράνομη βάσει του Δικαίου της Θάλασσας. Οπως με το δίκαιο του ισχυρού προσπαθεί να επιβληθεί η γειτονική χώρα και στα ζητήματα έρευνας και διάσωσης, νομοθετώντας μάλιστα τον Οκτώβριο του 2020 για να κατοχυρώσει την παρανομία της. Παράλληλα, ενώ διατείνεται -για λόγους εικόνας- ότι επιθυμεί να διαβουλεύεται με την Αθήνα, στην πράξη τορπιλίζει ακόμη και τις διερευνητικές: πρώτα τις βαφτίζει μονομερώς συμβουλευτικές συνομιλίες και στους δύο πρώτους γύρους δεν επιτρέπει κανένα περιθώριο προόδου. Ετσι, κερδίζει χρόνο και ανοχή έναντι του διεθνούς παράγοντα που μοιάζει -κακώς- να ικανοποιείται στην ιδέα και μόνο ότι δεν υπάρχουν εντάσεις στην περιοχή ανάλογες του διμήνου Αυγούστου-Σεπτεμβρίου 2020, κρατάει τις συζητήσεις καθηλωμένες ώστε να μη χρειαστεί να συμβιβαστεί (επισημαίνεται ότι οι διερευνητικές δεν συνιστούν διάλογο) και ταυτόχρονα εξελίσσει και διευρύνει τις διεκδικήσεις της - βλ. επιστολή Σινιρλίογλου στον ΟΗΕ τον περασμένο Ιούλιο.

Πέραν της διεθνοποίησης της παραβατικής συμπεριφοράς της γείτονος, που πρέπει να γίνεται μεθοδικότερα και συστηματικότερα, τις συμπράξεις μας με χώρες της περιοχής, αλλά και με τις ΗΠΑ - Γαλλία, τον εξοπλισμό μας, ώστε η Τουρκία να γνωρίζει τις συνέπειες τυχόν επιθετικών κινήσεων, πρέπει να ανεβάσουμε το διπλωματικό κόστος για τις ενέργειές της και αξιοποιώντας εγκαίρως τα παράθυρα ευκαιρίας να εξαντλήσουμε τα περιθώρια εκλογίκευσης της αναθεωρητικής της πολιτικής μέσω ενός συγκεκριμένου πλαισίου διαλόγου με καθορισμένο χρονοδιάγραμμα. Η Τουρκία δεν θέλει τον διάλογο, περιφρονεί το Διεθνές Δίκαιο, προσπαθεί να δημιουργήσει μία ασφυκτική κατάσταση για την Αθήνα, ώστε αυτή να συνθηκολογήσει και ενόψει του 2023 φλερτάρει με ιδέες για υποχρεωτική αναθεώρηση προνοιών της Λωζάννης (ακόμη και μέσα από ένοπλη αντιπαράθεση). Το στοίχημα και συνάμα ζητούμενο για εμάς είναι να αντιστρέψουμε αυτή την πορεία πριν να είναι αργά.

----------------------------------------

Κυκλοφορεί το βιβλίο του «Διεκδικητικός πατριωτισμός. Ανατομία μιας συζήτησης που δεν έγινε ποτέ»