Απαραίτητες οι μεταρρυθμίσεις

γράφει ο Παναγιώτης Λιαργκόβας*

*Πρόεδρος του ΚΕΠΕ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου

Κατά το παρελθόν έχουν υπάρξει πολλά σχέδια οικονομικής ανάπτυξης. Τα πενταετή σχέδια του ΚΕΠΕ, το σχέδιο της επιτροπής Σπράου, το σχέδιο Γιαννίτση για το ασφαλιστικό, το σχέδιο της επιτροπής Κιντή και πιο πρόσφατα το ολιστικό σχέδιο ανάπτυξης της κυβέρνησης Τσίπρα είναι μερικά από αυτά. Το κάθε σχέδιο είχε τη δική του φιλοσοφία, αλλά κοινό χαρακτηριστικό όλων ήταν η αποτύπωση των προβλημάτων και η διατύπωση γενικών κατευθύνσεων στρατηγικής. Ανάμεσα στα προβλήματα που διαχρονικά διαπιστώνονταν ήταν η κακή λειτουργία της δημόσιας διοίκησης, η χαμηλή ανταγωνιστικότητα και παραγωγικότητα της χώρας, η προβληματική (χρονικά) απονομή δικαιοσύνης, η υψηλή παραοικονομία και φοροδιαφυγή και τα χαμηλά επίπεδα έρευνας. Ολα τα αναπτυξιακά σχέδια τόνιζαν την ανάγκη αλλαγής του αναπτυξιακού μοντέλου της χώρας, δίνοντας έμφαση στην παραγωγή αντί της κατανάλωσης. Ολα τόνιζαν την ανάγκη μεταρρυθμίσεων. Δυστυχώς, τη συνέχεια των αναπτυξιακών σχεδίων τη γνωρίζουμε όλοι. Εμειναν στα συρτάρια ή, στην καλύτερη περίπτωση, στις βιβλιοθήκες κάποιων υπουργικών γραφείων. Το πολιτικό σύστημα, επί δεκαετίες, διαπίστωνε τα προβλήματα, αλλά, όταν ερχόταν η ώρα της λύσης, δεν έπαιρνε τις αποφάσεις, γιατί έβαζε πάνω στο τραπέζι τους υπολογισμούς του πολιτικού κόστους. Η μόνη φωτεινή εξαίρεση ήταν η μετατροπή των δίδυμων ελλειμμάτων σε πλεονάσματα κατά τη διάρκεια της μακροχρόνιας οικονομικής κρίσης, κάτω, βέβαια, από την πίεση των ευρωπαϊκών θεσμών. Πολλές μεταρρυθμίσεις, βέβαια, δεν έγιναν.

Τώρα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Κατ’ αρχάς, στο τιμόνι της διακυβέρνησης της χώρας βρίσκεται ένας μεταρρυθμιστής -όχι λαϊκιστής- πρωθυπουργός, που σε κάθε ευκαιρία τονίζει την ανάγκη μεταρρυθμίσεων. Επιπλέον, η χώρα έχει εξασφαλίσει τα χρηματοδοτικά εργαλεία που απαιτούνται για να πραγματοποιήσει το μεγάλο άλμα: τα 72 δισ. για την επόμενη πενταετία. Συνεπώς, είναι στο χέρι της κυβέρνησης να υλοποιήσει τις προτεινόμενες από το σχέδιο Πισσαρίδη μεταρρυθμίσεις. Είναι απαραίτητο, όμως, να ξεκαθαρίσει ποια θα είναι τελικά η πολιτική της σε θέματα όπως το φορολογικό, το ασφαλιστικό, τα εργασιακά, η δημόσια διοίκηση, η Δικαιοσύνη. Στη φορολογία, για παράδειγμα, η επιτροπή Πισσαρίδη ζητά να πάψει η οικονομική πολιτική να επιδοτεί την κατανάλωση. Να ξεφύγει το οικονομικό επιτελείο από την αντίληψη ότι πρέπει να μειωθεί ο ΦΠΑ για να τονωθεί η κατανάλωση. Να στραφεί στη μείωση των βαρών στη μισθωτή εργασία και στη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών για όλους τους εργαζομένους. Να καταργηθούν η εισφορά αλληλεγγύης και ο συμπληρωματικός ΕΝΦΙΑ. Αντίστοιχα, στο ασφαλιστικό, η επιτροπή Πισσαρίδη έχει διαφορετική προσέγγιση από την κυβέρνηση. Προτείνει την ενίσχυση της αναλογικότητας και διαφάνειας του δημόσιου διανεμητικού πρώτου πυλώνα κοινωνικής ασφάλισης. Ανάπτυξη ενός δεύτερου και τρίτου πυλώνα, με κίνητρα για ιδιωτικές αποταμιευτικές αποφάσεις. Μετάβαση από διανεμητικό σε κεφαλαιοποιητικό σύστημα επικουρικής σύνταξης, με άμεση εφαρμογή για όσους εισέρχονται στην αγορά εργασίας. Ενα νέο πλαίσιο εποπτείας για τα ασφαλιστικά ταμεία στον δεύτερο πυλώνα.

Στα εργασιακά, η έκθεση Πισσαρίδη προτείνει εκ βάθρων αναδιάρθρωση του ΟΑΕΔ, προκειμένου να πάψει να θεωρείται ο άνεργος ότι βρίσκεται μόνιμα στο περιθώριο. Να σταματήσουν τα κοινωνικά επιδόματα να λειτουργούν ως αντικίνητρο για εργασία. Να δούμε ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης και ένταξη των μεταναστών στην κοινωνία. Μια καθολική εφαρμογή της αξιολόγησης στο Δημόσιο. Μια εκ βάθρων αλλαγή του συστήματος αξιολόγησης των δικαστών, που θα στηρίζεται στις επιδόσεις τους και μόνο σε αυτές. Τα μέσα υπάρχουν, η βούληση υπάρχει. Δεν μένει παρά να δούμε στην πράξη να λειτουργεί η οικονομία μας ως ένα περισσότερο ανοιχτό σύστημα με απλούστερους κανόνες, παρά ως ένα μοντέλο με πολλά διοικητικά βάρη, αποκομμένο από τον διεθνή ανταγωνισμό.