Χίος δεν είναι μόνο η μαστίχα (Μέρος Α')

Εικόνες, ιστορίες, γεύσεις και άνθρωποι από τα εντυπωσιακά χωριά της Βόρειας Χίου, έναν τόπο που κρατά την ισχυρή ταυτότητά του.

Η Χίος είναι συνδεδεμένη στη συνείδηση των περισσότερων ως το νησί της μαστίχας. Σ΄αυτό το ταξίδι, συναντήσαμε ικανούς και αεικίνητους Χιώτες που μας έδειξαν τα δικά τους όμορφα και διαφορετικά, καθημερινά πρόσωπα, αυτού του στιβαρού και πανέμορφου νησιού που κρύβει μοναδικότητα, καθηλωτική ομορφιά και σπάνιες γεύσεις.

Ενας πεζοπόρος με όραμα

Mε οδηγό τον Γιώργο Χαλάτση, τον Μακεδόνα δάσκαλο φυσικής αγωγής που εδώ και 18 χρόνια έχει βαλθεί να χαρτογραφήσει όλα τα μονοπάτια της Χίου (και είναι πολύ κοντά στο να το πετύχει) κατηφορίζουμε το μονοπάτι από τον Εγρηγόρο προς τα Αγιάσματα.

«Η Χίος είναι πέντε νησιά ενωμένα σε ένα. Ένας παππούς που ζει στο βόρειο τμήμα, μπορεί να μην έχει δει τη μαστίχα στη ζωή του» λέει ο Γιώργος Χαλάτσης, ο άνθρωπος που άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο στον περιπατητικό τουρισμό.

Η διαδρομή είναι 4 χλμ. και παρότι η ομάδα δεν αποτελείται μόνο από έμπειρους πεζοπόρους, ο ενθουσιασμός του, οι εικόνες και οι πληροφορίες που μας δίνει κάνουν τη διαδρομή απόλαυση, ενώ η ενέργεια αυτού του συνταξιούχου που μοιάζει έφηβος, ενεργοποιεί ακόμη και τους πιο βαριεστημένους της παρέας.

Βρισκόμαστε στη βορειοδυτική Χίο και περπατάμε ανάμεσα σε πηγές και αγριολούλουδα, στον παλιό δρόμο στον οποίο οι Χιώτες του Βορρά τα παλιά χρόνια περπατούσαν κουβαλώντας τις προμήθειες που έφερνε το καραβάκι, αφού η διαδρομή για τη χώρα της Χίου, απαιτούσε περισσότερο χρόνο και κόπο.

Ο κ. Γιώργος μιλάει ενώ ταυτόχρονα η ματιά του ελέγχει το μονοπάτι και κάθε τόσο σκύβει για να καθαρίσει κλαδιά και πέτρες που στέκονται εμπόδιο μπροστά μας. «Στη Χίο έχουμε 18 χλμ. οθωμανικούς πέτρινους δρόμους που δεν υπάρχουν αλλού. Τους σχεδίασε ο αρχιμηχανικός Τζέιμς Αριστάρχης, γόνος αριστοκρατικής σαμιώτικης οικογένειας που είχε σπουδάσει μηχανικός στη Ζυρίχη. Το 1860 οι Τούρκοι έβαλαν έναν φόρο, τον γιολ παρασί (γιολ σημαίνει δρόμος στα τουρκικά, και παρασί είναι ο παράς). Αυτά τα έργα θεωρήθηκαν σκάνδαλο στην οθωμανική εποχή, όμως οι Τούρκοι μετά τη σφαγή της Χίου έπρεπε να κατασκευάσουν εμπορικούς δρόμους, για να διευκολύνουν τη μετακίνηση των προϊόντων, της μαστίχας συμπεριλαμβανομένης» λέει παραδίδοντας ένα σύντομο μάθημα χιώτικης ιστορίας.

Μέλος του αυστριακού ορειβατικού συλλόγου, ο Γ. Χαλάτσης έχει ιδρύσει τον Σύλλογο Φίλων Μονοπατιών Χίου, έχει εντοπίσει 400 χλμ. ξεχασμένων μονοπατιών στη Χίο, κι έχει αναδείξει 140 διαδρομές, έπειτα από συζητήσεις με ντόπιους, από μελέτη βιβλίων και παλιών χαρτών.

«Δεν είμαι άνθρωπος του καφενείου» λέει και προσθέτει πως πιο πολύ από το περπάτημα, τον ενθουσιάζει να ανακαλύψει παλιά μονοπάτια, να συντηρηθούν, να σηματοδοτηθούν και εν τέλει να διασωθούν. «Αναβιώνεις κάτι που έχεις, δε χτίζεις, είναι σημαντικό» λέει καθώς μας δείχνει το σπίτι του Θανάση Καρυάμη, του ιδιοκτήτη του Γιάντες στα Εξάρχεια, επισημαίνοντας πως είναι από τους ανθρώπους-αρωγούς στο έργο του.

Περπατάμε πάνω στο παχύ στρώμα από χρυσοκίτρινα φύλλα, ο φθινοπωρινός ήλιος βρίσκει χαραμάδες μέσα από τα δέντρα για να λάμψει, κοντοστεκόμαστε, φωτογραφίζουμε τα κυκλάμινα, δοκιμάσουμε τσίκουδα από το δέντρο, το αγαπημένο φθινοπωρινό σνακ των Χιωτών, κάτι μικρούς πράσινους ξηρούς καρπούς που οι Χιώτες αγαπούν και μασούν. Βλέπουμε τη φθινοπωρινή εκδοχή της διαδρομής, αν και μαθαίνουμε πως η πλούσια χλωρίδα του νησιού, περιλαμβάνει άγριες τουλίπες και ορχιδέες, που ανθίζουν στο τέλος Μαρτίου. Πληροφορία που γνωρίζουν καλά φυσιολάτρες απ΄όλο τον κόσμο, οι οποίοι έχουν βάλει την περιοχή στην περιπατητική ατζέντα τους.

Εχοντας, κι εμείς όπως και εκείνοι στην παρέα μας, έναν ακόμη αεικίνητο Χιώτη, τον Γιώργο Μισετζή, ιδιοκτήτη της κουκλίστικης πετρόκτιστης μονάδας «Τα Σπιτάκια» στα Αυγώνυμα, ο οποίος το 2015 οργάνωσε παγκόσμιο συνέδριο ορχιδέας στη Χίο, οι αφορμές για γνώση και ανάπαυλα είναι πολλές. Ο ίδιος έχει ταξινομήσει περισσότερα από 110 είδη που φυτρώνουν στο νησί, και με χαρά ξεναγεί όποιον έχει ενδιαφέρον την παρατήρησή τους.

«Πολλοί Χιώτες θεωρούσαν ότι είμαστε ψωνισμένοι. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι νόημα έχει αυτό που κάνουμε» αναφέρει. Σήμερα, ωστόσο, μπορεί να αισθάνεται δικαιωμένος, αφού η μεγάλη περιπατητική διαδρομή της Χίου, μήκους 92 χλμ. που θα αποτελέσει την 14η πιστοποιημένη πεζοπορική διαδρομή της Ευρώπης και θα προσελκύσει τουρίστες εναλλακτικού τουρισμού από όλο τον κόσμο, βρίσκεται στη φάση της δημοπράτησης.

Ενας φούρνος και μια ανοιχτή γκαλερί στη Βολισσό 

Η Βολισσός είναι μια ονειρική καρτ-ποστάλ. Είναι το κεφαλοχώρι στην περιοχή της Αμανής και είναι ένα καλό σημείο για να ανακαλύψεις τη Βόρεια Χίο. Από μακριά, εντυπωσιάζει το πετρόκτιστο σχολείο. Ακολουθούμε τη μυρωδιά του φρεσκοψημένου ψωμιού και φτάνουμε στον φούρνο «του Κλώσσα» γνωστός από το 1955, που τον λειτουργούσε ο πεθερός του Αρη Ζαφειρόπουλου, απ΄τον οποίο έμαθε την τέχνη.

Σαν να είναι κρυμμένος μέσα σε μια σπηλιά, ο φούρνος αυτός, με τους κατάμαυρους τοίχους από τη χρήση, το μικρό παραθύρι με θέα στο Αιγαίο και μια στίβα από καρβέλια στημένα στον πάγκο, σου θυμίζει την ουσία, του αγνού ζυμωτού ψωμιού. 

Σαν μικρά παιδιά, μισοτρώμε το καρβέλι που πήραμε στα χέρια, όπως κάναμε παιδιά και φτάνουμε στην κεντρική πλατεία του χωριού.  Κάνουμε στάση για καφέ στο νεανικό «Μαύρο πρόβατο», και κατηφορίζουμε στην κάτω γειτονιά, που μοιάζει με υπαίθρια γκαλερί. 

Η βόλτα κλείνει στο μουσείο με την αρχαιολογική συλλογή Βολισσού, που αφηγείται την ιστορία του Αριούσιου οίνου που οι αρχαίοι ονόμαζαν το «νέκταρ των θεών».  

Ο παραστατικός χάρτης της Μεσογείου με τα σημαιάκια-πινέζες δείχνουν τις χώρες που έχουν βρεθεί χιώτικοι αμφορείς και πήλινα ποτήρια και πιστοποιούν τη διάδοση του χιώτικου κρασιού. Η φήμη του είχε εξαπλωθεί από τα παράλια της Αφρικής και τη Μασσαλία ως τη Μαύρη θάλασσα. Τα χιώτικα πλοία τον μετέφεραν παντού μέσα σε αμφορείς και πουλιόταν ακριβά, γι' αυτό και το όνομά του είχε συνδεθεί με πλούσια συμπόσια, από την αρχαιότητα, ως τη ρωμαϊκή και βυζαντινή περίοδο.

Δύο οινοποιεία που αναβιώνουν την ξεχασμένη οινοποιητική παράδοση του νησιού

«Η Χίος ήταν κάτι σαν το Μπορντό της εποχής» λέει ο οινοποιός Δημήτρης Κεφάλας, μας καλωσορίζει στο οινοποιείο Αριούσιος, στον οικισμό του Εγρηγόρου, στη βορειοδυτική Χίο, με την εκπληκτική θέα στο Αιγαίο. 

Το όραμά του να αναβιώσει το χιώτικο αμπέλι ξεκίνησε το 2001 με τη φύτευση των πρώτων αμπελώνων. Είκοσι χρόνια μετά, παράγουν και εμφιαλώνουν κρασιά με Προστατευόμενη Γεωγραφική Ένδειξη, Χίος, τα οποία εξάγονται κατά 60% στις ΗΠΑ., αλλά και σε χώρες όπως η Αγγλία, η Γερμανία, η Τσεχία, η Κίνα και η Ιταλία (φυσικά κρασιά), κάνοντας ξανά γνωστό το χιώτικο κρασί στον κόσμο. Οι ποικιλίες που καλλιεργούνται είναι το Χιώτικο κρασερό, μια μοναδική γηγενή ποικιλία, ο Αγιαννίτης, το Αλιάνικο, ο Αυγουστιάτης,  καθώς και οι Αθήρι, Ασύρτικο, Μαλαγουζιά, αφού σύμφωνα με τη νομοθεσία στο νησί επιτρέπεται η καλλιέργεια μόνο ελληνικών τοπικών ποικιλιών.

Το οινοποιείο παράγει πέντε ετικέτες, ανάμεσά τους ο «Αριούσιος Αυστηρός», που ωριμάζει για 18 μήνες, σε γαλλικά δρύινα βαρέλια, το «Chios Vita», από Αγιαννίτη και Αυγουστιάτη, που καλλιεργούνται σε μικρή έκταση, με αποτελέσματα υψηλής ποιότητας, και μεταξύ άλλων, και το «Αριούσιος Γλυκάζων», ένα ημίγλυκο κρασί, στο οποίο η Χίος έχει παράδοση, από εξαιρετικής ποιότητας σταφύλια που απλώνονται στον ήλιο. 

«Φέτος δικαιώθηκαν οι κόποι μας, πήραμε μετάλλιο για το το κόκκινο κρασί μας» λέει ο Δ. Κεφάλας, ο οποίος αναφέρει πως ιστορικά η Χίος αναπτύχθηκε λόγω του κρασιού, αλλά μετά τη σφαγή όταν οι Τούρκοι έκαψαν τα αμπέλια, ακολούθησε η φιλόξερα και η μετανάστευση και οι αμπελώνες ερήμωσαν. Κλείνουμε την περιήγηση στο χιώτικο κρασί, με μια επίσκεψη στο οινοποιείο Κεφάλας, λίγο έξω από τη Βολισσό στη θέση «Σχοινιές». Εδώ συναντάμε άλλον έναν οινοποιό με το όνομα Δημήτρης Κεφάλας, που με τον γιο του Παντελή ξεκίνησαν το 2004 τη δημιουργία σύγχρονου οινοποιείου, σε μια προσπάθεια να συνεχίσουν την οικογενειακή παράδοση, που είχε ξεκινήσει στις αρχές της δεκαετίας του ’60, με την παραγωγή του γνωστού «Κουρουνιώτικου» ερυθρού γλυκού κρασιού. Σήμερα, παράγουν τέσσερις ετικέτες: ένα γλυκό, ένα ημίγλυκο, ένα γηρό και το ενδιαφέρον, Σχινάμπελο, που είναι αρωματισμένο με μαστίχα.

Καζαναριό για… σούμα και spa στα Αγιάσματα

Και μόνο το όνομα Αγιάσματα, φέρνει στο νου, μια αγαλλίαση. Πόσο μάλλον όταν φτάνεις σ΄αυτό τον τόπο, μετά από πεζοπορία και βλέπεις από ψηλά την ανεπιτήδευτη καταπράσινη κοιλάδα.

Είναι μέσα Νοέμβρη, δεν κυκλοφορεί ψυχή, η θάλασσα είναι άγρια, κι όπως λένε οι ντόπιοι είναι ιδανική για εισπνοθεραπεία. Ευτυχώς, στο παραπλήσιο υδροθεραπευτήριο μας περιμένει μια μπανιέρα με ιαματικό νερό, που θεραπεύει σώμα και πνεύμα. 

Το κτίριο με τον θόλο, αν και έχει μείνει πίσω στην εποχή των ΄70s, κάνει την έκπληξη και προσφέρει την επιθυμητή δόση χαλάρωσης και ευεξίας, αν και όπως μας διαβεβαιωνει ο αντιδήμαρχος Κώστας Βεργίνας, που αποτελεί άνθρωπο-κλειδί σ΄αυτό το ταξίδι, το old school spa αναμένεται να ανακαινιστεί, κάτι που θα αλλάξει όλη τη φυσιογνωμία της περιοχής. 

Τα Αγιάσματα είναι το επίνειο για τρία χωριά, τα Λεπτόποδα, την Κέραμο και Εγρηγόρος , γι΄αυτό και σ΄αυτόν τον οικισμό που είναι μια σταλιά θα δεις τρία πέτρινα εκκλησάκια. 

Λίγα μέτρα παραπέρα, ένα άλλο γλέντι έχει στηθεί. Είναι η εποχή για την απόσταξη της σούμας και οι άντρες από τα γύρω χωριά με πρωτοστάτη τον αεικίνητο Κώστα Ρημική… κινούνται σε ρυθμούς σούμας. 

Σε παράταξη βρίσκονται τα βαρέλια με τα σύκα, την πρώτη ύλη για την παραγωγή της σούμας. Τα σύκα, έχουν μαζευτεί από τον Αύγουστο, έχουν μείνει στον ήλιο και είναι έτοιμα για απόσταξη. Η διαδικασία της είναι επίπονη και χρονοβόρα, αλλά και αφορμμή για γιορτή. 

Το χάλκινο καζάνι είναι τοποθετημένο πάνω από τη φωτιά, μια μεγάλη, τα φρούτα μαζί με τα μυρωδικά, γλυκάνισος, πορτοκάλια, κυδώνια χοχλάζουν και η παρέα περιμένει να τρέξει από το στόμιο του καζανιού η σούμα, τρώγοντας μεζεδάκια, πίνοντας, τραγουδώντας και χορεύοντας, συνοδεία ζωντανής μουσικής. Κάθε περαστικός είναι καλοδεχούμενος, γι΄αυτό και όσο πέφτει η νύχτα οι θιασώτες του γλεντιού πυκνώνουν.  

Το επόμενο πρωί, με την πάχνη να δίνει μια μυστικιστική ατμόσφαιρα σ΄αυτό το μοναδικό σημείο του νησιού, κάνουμε βόλτα στον οικισμό. 

Η περιποιημένη ταβέρνα της κα. Μαρίας με τους δεκάδες πολύχρωμους τενεκέδες με φυτά στην άκρη της παραλίας τραβάει την προσοχή. Είναι η μοναδική που μένει ανοιχτή όλο το χρόνο. Πως είναι άραγε να ζεις σ΄αυτό το απομακρυσμένο σημείο, τη ρωτάω. «Πολύ ηρεμία ευτυχώς που έχουμε κι έξω δουλιές. Πάμε για ελιές και περνάει ώρα» λέει πρόθυμη για κουβέντα. Εδώ και 28 χρόνια μαγειρεύει ντόπιες συνταγές. «Μακαρόνια χερίσια, κότσι, γίδα απαραίτητη την προτιμάει ο κόσμος, μοσχάρι λεμονάτο, κόκκορα κρασάτο, που θα κάνω και σήμερα, μελιτζάνες, φασολάκια, μπάμιες, το καλοκαίρι κάνουμε τα πάντα, το Χειμώνα ότι προτείνει ο πελάτης». 

Ενα καφενείο χωρίς καφετζή 

Πρωί πρωί φτάνουμε στα Λεπτόποδα. Το ορεινό χωριό, χτισμένο ανάμεσα στις πλαγιές του όρους Αμανή και του ψηλότερου όρους του νησιού, του Πελιναίου, σήμερα φιλοξενεί ελάχιστους κατοίκους. Κατεβαίνουμε το σοκάκι, αριστερά και δεξιά τα σπίτια, χτισμένα κοντά το ένα με το άλλο, άλλα γκρεμισμένα, άλλα ανακαινισμένα, περνάμε στοές και καμάρες), με μικρά παράθυρα σαν να σχηματίζουν τείχος.

Η πινακίδα στο κλειστό «Καφεπαντοπωλείον ο Έμπολος» τραβάει την προσοχή.  Εχουμε μαζί μας, όμως, τον ιδιοκτήτη του Κώστα Ρημική, που σε χρόνο ντε-τε ξεκλειδώνει και βγάζει τραπέζια και καρέκλες. Αν και δεν είμαστε προνομιούχοι όπως πιστέψαμε στην αρχή. «Το κλειδί είναι πάντα στο αριστερό παράθυρο, όποιος θέλει μπορεί να ανοίξει και να φτιάξει τον καφέ του». 

Το παλιό καφενείο, που δούλευε ως το 1969 έγινε αυτοδιαχειριζόμενο καφενείο. «Επί χούντας, όταν έκλεισε το δημοτικό, πολλοί κάτοικοι με οικογένειες αναγκάστηκαν να φύγουν, για να συνεχίσουν τα παιδιά το σχολείο» μας λέει μία από τους ελάχιστους κατοίκους του χωριού, που καταφτάνει με ζεστούς λουκουμάδες. 

Στο εσωτερικό το καφενείο είναι σα να σταμάτησε στο χρόνο. Καπελάκια στην κρεμάστρα, παλιές ετικέτες προϊόντων, μπρίκια, καφέ, ζάχαρη, ακόμη και γλυκό του κουταλιού και λουκούμια.

Δυο δρασκελιές πιο πέρα, το Λαογραφικό Μουσείο Λεπτοπόδων, στεγάζεται σε ένα παλιό πέτρινο κτίσμα. Δεκάδες αντικείμενα, εργαλεία για το λιομάζωμα, τυροβόλια, ρόκες, γραμμόφωνα, αλλά και καρεκλάκια για παιδιά και ξύλινες κούνιες συνδέει τους επισκέπτες με το αγροτικό αλλά και το αστικό παρελθόν της Χίου.

Oλες οι γεύσεις στη Χίο σ΄ένα τραπέζι 

Επόμενη στάση ο κάμπος της Βολισσού, μια πιο αγροτική εκδοχή-μικρογραφία του Κάμπου, της κοσμοπολίτικης γειτονιάς του νησιού που διατηρούσαν τα εξοχικά με τους πορτοκαλαιώνες οι εύποροι έμποροι Χιώτες, που διέπρεπαν στην Αίγυπτο, τη Ρωσία και την Ευρώπη. 

Εδώ μας περιμένε ο σεφ Γιάννης Λινός, με την καλοσυνάτη σύζυγό του, να μαγειρέψει στο καταπράσινο-σκέτη όαση κτήμα του, παραδοσιακές χιώτικες συνταγές. Ο σεφ έχει το ονομαστό εστιατόριο Χότζας στην πόλη, με ιστορία που πάει πίσω στο 1882, και είναι σεφ από… τότε που γεννήθηκε. «Πρέπει να γεννήθηκα στην ταβέρνα» λέει γελώντας. Ο αυτοδίδακτος, ανήσυχος που παρακολουθεί τις εξελίξεις και τολμάει, βάζει  στο τραπέζι ταμπουραδόσουπα, μια κολοκυθόσουπα δηλαδή με ντόπιο κολοκύθι με κουρκουμά και κάρυ, μια σαλάτα με φασόλια και ρόδι, μακαρόνια χερίσια με σάλτσα, αλλά και τα διάσημα φασόλια του με χειροποίτο πουρέ από χιώτικα μανταρίνια. 

Στις ιδιαίτερες προτάσεις του, κατσικάκι με χιώτικο ντοματάκι, χταπόδι κρασάτο με μαστίχα και μαρμελάδα σύκα και μουσταλευριά με μπόλικο καρύδι τριμμένο και κανέλα που έκαναν αξέχαστο αυτό το χιώτικο τσιμπούσι, που ακόμη μας ταξιδεύει σ΄αυτό το ανεπανάληπτο νησί.