Γερμανία: Προβλέψεις για βελτίωση της κατάστασης από το Πάσχα, νέα ενισχυτική δόση και υποχρεωτικό εμβολιασμό

Η κατάσταση θα βελτιωθεί από το Πάσχα και προς το καλοκαίρι, ενώ εντός του έτους θα φθάσουμε πιθανότατα στην ενδημική φάση της πανδημίας του κορονοϊού, εκτίμησε ο επικεφαλής του τμήματος Ιολογίας του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου του Βερολίνου Charité Κρίστιαν Ντρόστεν.

Ωστόσο προέβλεψε ότι θα χρειαστεί ο εμβολιασμός με νέα, προσαρμοσμένη ενισχυτική δόση, η οποία θα είναι διαθέσιμη εντός του β' τριμήνου του 2022.

Ο υπουργός Υγείας Καρλ Λάουτερμπαχ τόνισε από την πλευρά του ότι δεν υπάρχει λόγος λήξης συναγερμού και προειδοποίησε ότι η «Όμικρον» δεν θα είναι η τελευταία παραλλαγή και μια νέα παραλλαγή το φθινόπωρο θα μπορούσε να είναι πολύ πιο επικίνδυνη και μεταδοτική. «Το φθινόπωρο θα υπάρχουν και πάλι απροστάτευτοι άνθρωποι και επιπλέον πολλοί θα έχουν χάσει την προστασία τους, διότι θα υπάρχει νέα παραλλαγή. Μια νέα παραλλαγή θα μπορούσε επίσης να είναι πολύ πιο επικίνδυνη και μεταδοτική, αυτό δεν το γνωρίζουμε. Αυτή τη στιγμή υποχωρούμε πολύ για τους ανεμβολίαστους. Τα παιδιά κυρίως παραχωρούν πολλά προκειμένου να προστατεύσουμε τους ανεμβολίαστους. Σε αντάλλαγμα, μπορούμε επίσης να τους ζητήσουμε να εμβολιαστούν. Προστατεύονται έτσι από τη σοβαρή νόσηση και μπορούμε να ξαναρχίσουμε τη ζωή μας. Η "Όμικρον" δεν είναι η τελευταία παραλλαγή», δήλωσε κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου και επανέλαβε την έκκλησή του για εμβολιασμό του πληθυσμού.

Ο υπουργός Υγείας σημείωσε ακόμη ότι τα μέτρα περιορισμού της πανδημίας αποδίδουν, δεν υπάρχει ωστόσο κανένας λόγος χαλάρωσής τους ή λήξης συναγερμού. Η Γερμανία έχει καταφέρει να επιβραδύνει σημαντικά τον χρόνο διπλασιασμού των κρουσμάτων σε σχέση με άλλες χώρες, επισήμανε, τονίζοντας ταυτόχρονα ότι το εμβολιαστικό κενό είναι σοβαρό, όπως και το ποσοστό ανεμβολίαστων μεταξύ των μεγαλύτερων σε ηλικία. Ενδεικτικά ανέφερε ότι μόνο στην κατηγορία άνω των 60 ετών, υπάρχουν στη χώρα τρία εκατομμύρια ανεμβολίαστοι.

Ο επικεφαλής του Ινστιτούτου «Ρόμπερτ Κοχ» Λόταρ Βίλερ επισήμανε σχετικά ότι αν και τα περιστατικά της «Όμικρον» είναι ηπιότερα, λόγω του μεγάλου αριθμού των κρουσμάτων, εκτιμάται ότι θα αυξηθούν και οι νοσηλείες και οι θάνατοι. Διευκρίνισε μάλιστα ότι υπάρχει σημαντική υποαναφορά κρουσμάτων, καθώς πολλά εργαστήρια και υγειονομικές υπηρεσίες έχουν επιβαρυνθεί σοβαρά. Ως αποτέλεσμα, πρόσθεσε, η ανίχνευση των επαφών θα λειτουργεί ακόμη πιο δύσκολα. Ο Καρλ Λάουτερμπαχ συμπλήρωσε ακόμη ότι «δεν μπορούμε να αφήσουμε αυτό το κύμα απλώς να περάσει. Θα πεθάνουν πολλοί άνθρωποι και τα νοσοκομεία θα φθάσουν στα όριά τους».

Ο Κρίστιαν Ντρόστεν από την πλευρά του περιέγραψε την παραλλαγή «Όμικρον» ως ειδική περίπτωση, η οποία απαιτεί προσασμοσμένη εμβολιαστική προστασία. «Εντός του β' τριμήνου θα υπάρξει επικαιροποιημένη έκδοση, προκειμένου να εμβολιαστούμε κατά της νέας και των παλαιότερων παραλλαγών. Οι ανοσίες θα επικαλύπτονται, αλλά θα χρειάζεται προστασία και από τις δύο παραλλαγές, διότι κάποιος που έχει αναρρώσει από την "Όμικρον" δεν έχει ανοσία από μια παλαιότερη μορφή του ιού. Ίσως χρειαστεί να το προσφέρουμε σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού, ίσως στο σύνολό του», ανέφερε.

Ο κ. Λάουτερμπαχ σημείωσε ακόμη ότι τα συμβόλαια της γερμανικής κυβέρνησης με την BioNTech προβλέπουν και τις προσαρμοσμένες εκδόσεις του εμβολίου, το οποίο θα είναι έτοιμο, όπως είπε έως τον Μάρτιο, ενώ ο ΕΜΑ θα το εξετάσει τον Μάιο. «Θέλουμε η έγκριση να δοθεί το συντομότερο δυνατό και βρισκόμαστε για αυτό σε συνομιλίες», δήλωσε. Σχετικά με το εμβόλιο Novavax, ο υπουργός Υγείας ανέφερε ότι θα είναι διαθέσιμο προς χρήση στις 21 Φεβρουαρίου.

Σε ό,τι αφορά τον σχεδιαζόμενο υποχρεωτικό εμβολιασμό, ο υπουργός - και καθηγητής επιδημιολογίας - και οι άλλοι δύο επιστήμονες τάχθηκαν υπέρ της εισαγωγής υποχρέωσης εμβολιασμού, προκειμένου, όπως είπαν, να σωθούν ανθρώπινες ζωές. «Αν κάποιος αισθάνεται ότι είναι απαραίτητο κάτι τέτοιο, το οποίο είναι και υπολογισμένο, καθώς ο εμβολιασμός είναι πολύ ασφαλής, πρέπει και να δράσει», τόνισε ο κ. Λάουτερμπαχ και διευκρίνισε ότι ο ίδιος, προσωπικά και ως βουλευτής, τάσσεται υπέρ της γενικής υποχρέωσης εμβολιασμού για τους πολίτες άνω των 18 ετών.

Απαντώντας ωστόσο σε σχετική ερώτηση, σημείωσε ότι ως υπουργός Υγείας θεωρεί ότι δεν πρέπει να πάρει επίσημη θέση ενόψει της συζήτησης που θα διεξαχθεί στο Ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο. Αναφερόμενος δε στους πολέμιους του εμβολιασμού δήλωσε ότι δεν είναι σωστό να υποβιβάζονται ή να αντιμετωπίζονται διαφορετικά. «Το θέμα είναι αν κάποιος θα είναι υποχρεωμένος να εμβολιαστεί - και θα είναι», είπε χαρακτηριστικά, ενώ εκτίμησε ότι τα σκληρά μέτρα εναντίον όσων δεν εμβολιάζονται, κυρίως τα χρηματικά, πρόστιμα, θα καταφέρουν μόνο να κάνουν πιο σκληρό το μέτωπο κατά του εμβολιασμού.

«Όσοι δεν έχουν εμβολιαστεί μέχρι τώρα, δύσκολα θα αλλάξουν στάση», επισήμανε από την πλευρά του ο Λόταρ Βίλερ και υπολόγισε το ποσοστό σε 5%, για να συνεχίσει: «Οι πολίτες είτε θα κατανοήσουν είτε απλώς θα εμβολιαστούν. Με την υποχρέωση θα μπορούσαμε να πετύχουμε μεγαλύτερο αριθμό εμβολιασμών και να σώσουμε περισσότερες ζωές. Αν αυτό συμβεί με τον υποχρεωτικό εμβολιασμό, τότε αυτός είναι ο σωστός δρόμος». Την ανάγκη κάλυψης του εμβολιαστικού κενού ανέδειξε ο Κρίστιαν Ντρόστεν, ο οποίος ωστόσο εκτίμησε και ότι έως το τέλος του έτους θα φθάσουμε στην ενδημική φάση της πανδημίας και ο ιός δεν θα είναι τόσο επικίνδυνος. «Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε: ο εμβολιασμός καθυστερεί τον ιό και κάποια στιγμή αυτός γίνεται πάρα πολύ αργός. Και τότε επιτυγχάνεται η ενδημική κατάσταση», πρόσθεσε.

Σε ό,τι αφορά τα μέτρα προστασίας, ο υπουργός Υγείας ζήτησε αυστηρότερη εφαρμογή όσων έχουν ήδη αποφασιστεί και συστηματικό έλεγχο των πιστοποιητικών. Ειδικά για τη χρήση της προστατευτικής μάσκας, τόνισε ότι παραμένει ιδιαίτερα σημαντική, καθώς ακόμη και αν κάποιος μολυνθεί φορώντας μάσκα, το ιικό φορτίο θα είναι ασθενέστερο, στοιχείο πολύ σημαντικό για την εξέλιξη της νόσου.