ΗΠΑ: Αποζημίωση 36 εκατ. δολαρίων στον γιο της Ίν. Μπετανκούρ, για την απαγωγή της από τους αντάρτες FARC στην Κολομβία

Αμερικανικό δικαστήριο καταδίκασε τους πρώην αντάρτες των Επαναστατικών Ενόπλων Δυνάμεων της Κολομβίας (Farc) να καταβάλουν 36 εκατομμύρια δολάρια ως αποζημίωση για την απαγωγή της Γαλλοκολομβιανής Ίνγκριντ Μπετανκούρ, η οποία κρατήθηκε όμηρος επί σχεδόν έξι χρόνια, μεταξύ 2002-2008.

Σύμφωνα με την απόφαση που έλαβε στις 4 Ιανουαρίου το ομοσπονδιακό δικαστήριο της Πενσιλβάνια, αλλά ανακοινώθηκε μόλις χθες το βράδυ, ο Λόρενς ή Λορένσο Ντελουά, γιος της Μπετανκούρ που γεννήθηκε το 1988 από τον γάμο της με τον Γάλλο Φαμπρίς Ντελουά, δικαιούται αποζημίωση ύψους 12 εκατομμυρίων δολαρίων, ποσό που τριπλασιάζεται αν προστεθούν τα δικαστικά έξοδα και οι δικηγορικές αμοιβές.

Σε ανακοίνωσή της, η νομική εταιρεία Scarinci Hollenbeck που εκπροσωπεί τον Ντελουά στις ΗΠΑ, ανέφερε ότι το ποσό που επιδίκασε ο ομοσπονδιακός δικαστής Μάθιου Μπραν ξεπερνά τα 36 εκατ. δολάρια.

Ο γιος της Ίνγκριντ Μπετανκούρ έχει και την αμερικανική υπηκοότητα. Ως Αμερικανός υπήκοος προσέφυγε το 2018 στην αμερικανική δικαιοσύνη εναντίον 14 πρώην στελεχών των Farc, βασιζόμενος στον Αντιτρομοκρατικό Νόμο (ATA) των ΗΠΑ. Υποστήριζε ότι η απαγωγή της μητέρας του την εποχή που ο ίδιος ήταν έφηβος του προκάλεσε «υπερβολικό άγχος» επί χρόνια.

Η Μπετανκούρ, 60 ετών σήμερα, απήχθη στις 23 Φεβρουαρίου 2002 ενώ πραγματοποιούσε προεκλογική εκστρατεία στην Κολομβία για τις προεδρικές εκλογές. Απελευθερώθηκε από τον στρατό στις 2 Ιουλίου 2008. Εγκαταστάθηκε στη Γαλλία με τα δύο παιδιά της, τη Μελανί και τον Λορένσο, όμως για τον γιο της «δεν ήταν εύκολο να αποκαταστήσει τον δεσμό» με τη μητέρα του και συνέχισε να υποφέρει ψυχικά.

Η Γαλλοκολομβιανή πρώην γερουσιαστρια ζητούσε επί χρόνια να αποζημιωθεί για τις ψυχολογικές επιπτώσεις που επέφερε η μακρά αιχμαλωσία της. Με την ιστορική συμφωνία του 2016 η Farc μετατράπηκε από ανταρτική οργάνωση σε νόμιμο πολιτικό κόμμα στην Κολομβία. Πέρσι τον Νοέμβριο οι ΗΠΑ την απέσυραν από τη μαύρη λίστα των ξένων τρομοκρατικών οργανώσεων, όμως δεν άλλαξαν στάση όσον αφορά τις δικαστικές διώξεις σε βάρος πρώην στελεχών της.