Quantcast

New Yorker: Έρευνα για τα σκάνδαλα του Βρετανικού Μουσείου

Έρευνα το αμερικάνικου περιοδικού περιγράφει τη σκοτείνη πλευρά του Βρετανικού Μουσείου, κάνοντας αναφορά και στα  Γλυπτά του Παρθενώνα.

Το δημοσίευμα με τίτλο «Τα μπλοκμπάστερ σκάνδαλα του Βρετανικού Μουσείου», περιγράφει αναλυτικά πώς τα Γλυπτά του Παρθενώνα πέρασαν στα χέρια του Λόρδου Έλγιν και στην συνέχεια βρέθηκαν στην κατοχή του Βρετανικού Μουσείου.

«Αν και η απόκτηση των Ελγίνειων Μαρμάρων ήταν εξαρχής αμφιλεγόμενη (ο Λόρδος Βύρων κατήγγειλε την απομάκρυνσή τους από την Ακρόπολη ως βανδαλισμό), η σημασία των γλυπτών αναγνωρίστηκε αμέσως. Ήταν τόσο πολύτιμα, μάλιστα, που αμέσως μετά την ανεξαρτητοποίησή της, το 1830, η Ελλάδα ζήτησε τα γλυπτά πίσω -ένα αίτημα που οι Βρετανοί διπλωμάτες απέρριπταν σταθερά» ανέφερε το περιοδικό.

Μάλιστα το 2022 εμφανίστηκαν αναφορές στα ΜΜΕ ότι ο επικεφαλής του Βρετανικού Μουσείου, βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις με τον Έλληνα πρωθυπουργό, Κυριάκο Μητσοτάκη, και ότι θα μπορούσε να επιτευχθεί μια συμφωνία που θα επέτρεπε την αποστολή των Γλυπτών του Παρθενώνα, με κάποιο τρόπο στην Ελλάδα.

«Πολλοί Βρετανοί τάσσονται εδώ και καιρό υπέρ της επίλυσης του διπλωματικού αδιεξόδου- άλλοι χαρακτήρισαν την ιδέα εξωφρενική», σχολίασε το περιοδικό και εξηγεί ότι στη συνέχεια αποκαλύφθηκε το σκάνδαλο με τις κλοπές αντικειμένων στο Μουσείο.

2,4 εκατομμύρια αντικείμενα δεν έχουν καταλογογραφεί

«Οι κλοπές στο Townley διευκολύνθηκαν από το γεγονός ότι οι επιμελητές δεν είχαν ποτέ καταγράψει πλήρως πολλά από τα αντικείμενα σε εσωτερικούς καταλόγους ή βάσεις δεδομένων. Πράγματι, αναφέρθηκε ότι δεν υπήρχαν ατομικές εγγραφές για περίπου 2,4 εκατομμύρια αντικείμενα στο Βρετανικό Μουσείο, γεγονός που θέτει υπό αμφισβήτηση τον μακροχρόνιο, και μερικές φορές αλαζονικά εκφρασμένο, ισχυρισμό του ότι είναι ένας αδιαμφισβήτητος θεματοφύλακας για τα ευάλωτα αντικείμενα», αναφέρει το ρεπορτάζ.

«Για ορισμένους παρατηρητές, αποτελούσε ακαταμάχητη ειρωνεία το γεγονός ότι είχαν σημειωθεί πραγματικές κλοπές σε ένα ίδρυμα που κατηγορούνταν επί μακρόν για πολιτιστική κλοπή», σημειώνει το περιοδικό.

Εξηγεί ότι ο Τζορτζ Όσμπορν ήταν «πρόθυμος να επιλύσει το φαινομενικά δυσεπίλυτο πρόβλημα της κατοχής των Γλυπτών του Παρθενώνα» και γι’ αυτό συναντήθηκε κατ’ ιδίαν με τον Έλληνα πρωθυπουργό στο Λονδίνο.

Κατά το περιοδικό τότε είχε βρεθεί μία ιδέα προκειμένου να αποφευχθεί ο όρος «δάνειο» που θα αναγνώριζε την βρετανική ιδιοκτησία των Γλυπτών του Παρθενώνα, τα οποία θα επέστρεφαν στην Αθήνα και σε αντάλλαγμα η Ελλάδα θα δάνειζαν στο Βρετανικό Μουσείο σπάνια εκθέματα που δεν έχουν φύγει ποτέ από την χώρα.