Βενετία Κουσία: Παγκοσμιοποίηση, δημογραφικό και κινητικότητα ταλέντων…

Είχαμε συνηθίσει να μιλάμε για τον πόλεμο των ταλέντων τουλάχιστον τα τελευταία 20 χρόνια.

Στην Ελλάδα που έχουμε αρκετά ταμπού και πολλούς διαχωρισμούς κατά την στελέχωση των επιχειρήσεων σε σχέση με την τυπική εκπαίδευση και τα πτυχία από τα ελληνικά δημόσια πανεπιστήμια σε σχέση με την άτυπη εκπαίδευση και τα ιδιωτικά κολλέγια καθώς και τις δεξιότητες που έχουν αποκτηθεί μέσα από την εθελοντική δράση ή άλλες εργασίες χαμηλότερου «κύρους», είδαμε την εκροή πολλών «ταλέντων» κατά τη διάρκεια της προηγούμενης 10ετίας. Ειδικά μετά το 2015.

Είδαμε πολλούς νέους αλλά και μεγαλύτερους να αναζητούν, και να βρίσκουν, τη σταδιοδρομία που ταιριάζει στις σπουδές τους και τις φιλοδοξίες τους, όπως και την εταιρεία ή οργανισμό που ταιριάζει στις εργασιακές τους αντιλήψεις. Κινήθηκαν λοιπόν εκτός Ελλάδας αλλά κυρίως εντός Ευρώπης.

Βρήκαν εργοδότες και επιχειρήσεις περισσότερο έτοιμους να εκπαιδεύσουν νεο-εισερχόμενους, μεγαλύτερους οργανισμούς με οργανωμένα τμήματα ανάπτυξης και εκπαίδευσης των εργαζομένων, συστήματα αξιολόγησης και εξέλιξης των ήπιων δεξιοτήτων που συχνά λείπουν από τους προϊσταμένους, και τους απορρόφησαν. Βρήκαν μια αγορά εργασίας έτοιμη να τους εντάξει αξιοπρεπώς στη δύναμή της και να μην κινδυνεύουν να προσληφθούν σε εργασίες χωρίς ασφάλιση γιατί θα αυξανόταν υπερβολικά το εργοδοτικό κόστος ή σε εργασίες μακρυά από το αντικείμενο τον σπουδών τους. Βρήκαν επίσης και πόλεις φιλικές προς τις νεανικές αντιλήψεις και τρόπο ζωής. Αν και το κλίμα συχνά τους δημιουργούσε το νόστο για αυτό που στα μυαλά όλων μας σημαίνει Ελλάδα.

Με βάση τα στοιχεία διεθνώς καταξιωμένων εκθέσεων όπως του INSEAD (global talent competitiveness index 2020) η Ελλάδα κατατάσσεται 47η από τις 132 χώρες που εξετάζονται ως προς την ανταγωνιστικότητα των ταλέντων. Η Αθήνα όμως κατακρημνίστηκε μέσα σε δύο χρόνια από την 28η θέση (2018) στην 105η σε σύνολο 155 πόλεων που αξιολογήθηκαν το 2020.

Η προσέλκυση αλλοδαπών με υψηλά προσόντα (brain attraction) καταλαμβάνει από τις τελευταίες θέσεις (126/132) και βέβαια η ανικανότητα να διατηρήσουμε τους Έλληνες στην Ελλάδα (brain retention) ακολουθεί με 123/132.

Μετά την οικονομική κρίση ήρθε αναμφισβήτητα ένας αέρας μεταρρύθμισης στην Ελληνική πραγματικότητα. Και με την πανδημία μία καινούργια ιδέα προσπαθεί να υλοποιηθεί: Να μείνουμε σε επαφή με τους Ελληνες του Εξωτερικού και να φέρουμε και έναν ικανό αριθμό πίσω ώστε να κερδίσουμε από την αποκτηθείσα εμπειρία τους στο εξωτερικό.

Κι εδώ δημιουργούνται ερωτήματα τα οποία συζητήθηκαν στη Διαδικτυακή συνάντηση της Επιτροπής Απασχόλησης του Ελληνο-Αμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου την Παρασκευή 21.5.2020:

  1. Θέλουμε μόνο τους Έλληνες για την εμπειρία τους όταν γνωρίζουμε ότι οι συνεργασίες με πολλούς και διαφορετικούς εμπλεκόμενους ενισχύουν την επιχειρηματική αντίληψη και κουλτούρα; Γιατί να ερχόμαστε 123οι και να μη θέλουμε την αλληλεπίδραση με τη διαφορετικότητα και την εμπειρία των άλλων;

  2. Εχουμε προλάβει να δημιουργήσουμε το ευνοϊκό περιβάλλον που προσέλκυσε τους Έλληνες στο εξωτερικό; Η Αθήνα κατατάχτηκε 118η πόλη στις 155. Τι βρήκαν έξω και τι θα ήθελαν για να επιστρέψουν;

  3. Οι επιχειρήσεις μας έχουν ανάγκη μόνο από υψηλόβαθμα στελέχη ή και από εκείνα που απέκτησαν εμπειρία και εκπαιδεύτηκαν σε παραγωγικές μονάδες είτε μέσα από μαθητεία είτε μέσα από δομημένη πρακτική άσκηση; Η μεταποίηση στην Ελλάδα πρέπει να μεγαλώσει και να αποτελέσει το 12% του ΑΕΠ μας από το 7% που ειναι σήμερα. Οι υπάρχουσες αξιολογήσεις τοποθετούν την Αθήνα στην 142η θέση. Πώς θα στελεχωθούν ώστε να μεγαλώσουν και να είναι παραγωγικές;

Για όσους την έχασαν θα βρίσκεται στην ιστοσελίδα του Επιμελητηρίου www.amcham.gr