Η ακτινογραφία του φορολογικού νομοσχεδίου

γράφει ο Κωνσταντίνος Μίχαλος*

*Προέδρου της Κεντρικής Ενωσης Επιμελητηρίων Ελλάδας και του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθήνας

Επειτα από μια δεκαετία ύφεσης και στασιμότητας, η Ελλάδα έχει πλέον ξεκινήσει τις αναγκαίες πρωτοβουλίες για να δημιουργήσει ξανά προϋποθέσεις για κινητοποίηση της επιχειρηματικότητας, αύξηση των επενδύσεων και δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, για ευημερία και ανάπτυξη.

Οπως αποδεικνύεται, η κυβέρνηση έβαλε σε άμεση προτεραιότητα τη φορολογική ελάφρυνση των επιχειρήσεων, με τα βασικά «συστατικά» του νέου φορολογικού νομοσχεδίου να κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση και να δίνουν το στίγμα μιας πολιτικής φιλικής προς την επιχειρηματικότητα, τις επενδύσεις και την ανάπτυξη.

Η μείωση του φορολογικού συντελεστή για τις επιχειρήσεις από το 28% στο 24% για το 2019 καθώς και η μείωση του φόρου στα μερίσματα από το 10% στο 5% από τη χρήση 2019 είναι σημαντικές ρυθμίσεις, που μειώνουν τη φορολογική επιβάρυνση και τους δίνουν μεγάλες ανάσες.

Στα θετικά μέτρα, βεβαίως, συμπεριλαμβάνονται:

-Η μείωση της φορολόγησης των παροχών σε είδος των επιχειρήσεων στους εργαζομένους τους.

-Η επιμήκυνση του χρόνου μέσα στον οποίο μπορεί να μεταφέρεται η φορολογική ζημιά των επιχειρήσεων από τα πέντε έτη στα δέκα έτη, για φορολογικές ζημιές που αφορούν στα έτη 2014 και μετά.

-Τα κίνητρα για την οικοδομή, που περιλαμβάνουν αναστολή του ΦΠΑ στην οικοδομική δραστηριότητα για τρία χρόνια, την αναστολή του φόρου υπεραξίας επί του κέρδους αγοραπωλησίας ακινήτων για τρία χρόνια, τη μείωση κατά 40% του φόρου για τις δαπάνες που πραγματοποιούν οι φορολογούμενοι για την ενεργειακή, λειτουργική και αισθητική αναβάθμιση των ακινήτων.

Υπάρχουν βέβαια και αρκετές άλλες παρεμβάσεις που πρέπει να γίνουν, όπως η υλοποίηση της εξαγγελίας της κυβέρνησης για περαιτέρω μείωση του συντελεστή φορολόγησης των επιχειρήσεων το 2020 στο 20%, η μείωση του ΕΝΦΙΑ στα ακίνητα επαγγελματικής χρήσης, η κατάργηση της προκαταβολής φόρου, η μείωση του ΦΠΑ κ.λπ.

Η μεγάλη πρόκληση για την κυβέρνηση, πάντως, πρέπει να είναι η ριζική αναμόρφωση του φορολογικού συστήματος, που θα αλλάξει πλήρως το τοπίο στη φορολογία νομικών αλλά και φυσικών προσώπων.

Και βεβαίως ακόμη μεγαλύτερες ελαφρύνσεις πρέπει να υπάρξουν για τη φορολογία εισοδήματος των φυσικών προσώπων.

Η υιοθέτηση ενός ενιαίου συντελεστή μεσαίου ύψους (της τάξης του 20%-25%) που θα εφαρμόζεται στο σύνολο των εισοδημάτων των φυσικών προσώπων (με κάποιες εξαιρέσεις για εισοδήματα που ενδεχομένως χρήζουν ευνοϊκότερης μεταχείρισης), ανεξάρτητα από την πηγή τους, συμβάλλει κατ’ αρχάς στην απλοποίηση του φορολογικού συστήματος. Κατά δεύτερον, αποτελεί έναν δικαιότερο τρόπο φορολόγησης, καθώς επικεντρώνεται στη φορολογία του εισοδήματος ανεξάρτητα από την πηγή ή το ύψος αυτού και ανεξάρτητα από το πρόσωπο που το αποκτά. Επιπλέον, η φορολόγηση των πάσης φύσεως εισοδημάτων που αποκτώνται από τα φυσικά πρόσωπα συμβάλλει και στην εξάλειψη της ανάγκης για εξεύρεση εναλλακτικών τρόπων απόκτησης του εισοδήματος, μέσω φορολογικού σχεδιασμού.

Ο φόρος πρέπει να επιβάλλεται επί των πραγματικών εισοδημάτων. Συνεπώς, για την εξεύρεση των πραγματικών εισοδημάτων πρέπει να είναι επιτρεπτή η έκπτωση (αφαίρεση) των σημαντικότερων δαπανών των φυσικών προσώπων, μισθωτών και αυτοαπασχολούμενων. Τέτοιες δαπάνες είναι οι ιατρικές, οι δαπάνες ενοικίου, συγκεκριμένες δαπάνες διαβίωσης (κυρίως αυτές που σχετίζονται με επαγγέλματα στα οποία παρατηρείται φοροδιαφυγή), οι δαπάνες για την καταβολή ασφαλίστρων κ.λπ. Η έκπτωση των ως άνω δαπανών, σε συνδυασμό με τη μείωση του συντελεστή ΦΠΑ (όπως αναφέρεται κατωτέρω), θα συμβάλει στη μείωση της φοροδιαφυγής και της παραοικονομίας, καθώς ο φορολογούμενος θα επιδιώκει πλέον την έκδοση και λήψη απόδειξης προκειμένου να επωφεληθεί της έκπτωσης.

Επίσης, η έκπτωση κάποιων εκ των ως άνω δαπανών, όπως π.χ. η δαπάνη για την καταβολή ασφαλίστρων, ενέχει και μια οικονομικοκοινωνική διάσταση: από τη μια συμβάλλει στη διεύρυνση της αγοράς, από την άλλη δίνει ένα κίνητρο για την - κατά ιδιωτική βούληση - βελτίωση την ποιότητας ζωής των φορολογούμενων πολιτών, μέσω της εξασφάλισής τους έναντι κινδύνων ζωής, γήρατος, ζημιών κ.λπ. 

Εναλλακτικά, θα μπορούσε να υιοθετηθεί η τήρηση ενός διακριτού αφορολόγητου λογαριασμού (με συγκεκριμένα όρια και προϋποθέσεις) από κάθε φορολογούμενο, τα διαθέσιμα του οποίου θα διατίθενται αποκλειστικά για την κάλυψη ιατρικών δαπανών/δαπανών υγείας και ασφάλισης.

Προς την ίδια κατεύθυνση κινείται και η ανάγκη κατάργησης του εναλλακτικού τρόπου υπολογισμού της ελάχιστης φορολογίας φυσικών προσώπων (τεκμαρτό εισόδημα), καθώς, με τον τρόπο αυτό, το φυσικό πρόσωπο δεν φορολογείται τελικώς επί των πραγματικών εισοδημάτων του. Σημειώνεται ότι ο εναλλακτικός τρόπος υπολογισμού της φορολογίας με βάση το τεκμαρτό εισόδημα δεν ανταποκρίνεται πλέον στην οικονομική πραγματικότητα, καθώς στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν στο παρελθόν υπό διαφορετικές οικονομικές συνθήκες.