Νέα οικονομική πολιτική μετά την πανδημία;

γράφει ο Ναπολέων Μαραβέγιας*

*Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, πρώην υπουργός

Μετά την υποχώρηση της πανδημίας, τουλάχιστον στις ανεπτυγμένες χώρες, τίθεται το ερώτημα για το μείγμα οικονομικής πολιτικής που θα μπορούσε να συμβάλει σε μια ταχύρρυθμη αναπτυξιακή πορεία. Γιατί μια μεγάλη αναπτυξιακή ώθηση είναι απολύτως αναγκαία για να καλυφθεί το αναπτυξιακό κενό που αφήνει πίσω της η υγειονομική κρίση, καθώς είναι γνωστό ότι η οικονομική ύφεση έπληξε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες με διαφορετική βέβαια ένταση (4%-11% το 2020) ανάλογα με τη σημασία που έχουν σε κάθε χώρα οι κλάδοι παραγωγής οι οποίοι απαιτούν συγχρονισμό, όπως ο τουρισμός, η εστίαση, η ψυχαγωγία, οι μεταφορές ανθρώπων κ.ά.

Η ύφεση αυτή θα ήταν πολύ υψηλότερη, αν οι κυβερνήσεις δεν δαπανούσαν τεράστια ποσά για να στηρίζουν τις επιχειρήσεις και τους εργαζομένους στους πληττόμενους κλάδους. Ομως, αυτές οι δημόσιες δαπάνες δημιουργούν μεγάλα ελλείμματα στους κρατικούς προϋπολογισμούς, τα οποία προφανώς αυξάνουν τα δημόσια χρέη σε όλες τις χώρες και ιδιαίτερα στις υπερχρεωμένες του ευρωπαϊκού Νότου, οι οποίες δυστυχώς είχαν και τη μεγαλύτερη ύφεση (Ιταλία, Ισπανία, Ελλάδα κ.λπ.).

Συνεπώς, η ταχύρρυθμη ανάπτυξη είναι αναγκαία, όχι μόνο για την κάλυψη του κενού της ύφεσης, αλλά και για την αποπληρωμή των δημόσιων και των ιδιωτικών χρεών που έχουν δημιουργηθεί. Φαίνεται ότι στις ΗΠΑ κυρίως, αλλά και στην Ε.Ε. έχει πλήρως συνειδητοποιηθεί η ανάγκη για ένα νέο μείγμα πολιτικής που θα περιλαμβάνει κεϋνσιανά στοιχεία. Η αρχή έχει γίνει από τις Κεντρικές Τράπεζες και των δύο πλευρών του Ατλαντικού, οι οποίες ακολούθησαν μία εξαιρετικά «χαλαρή» νομισματική πολιτική, ακόμη και με την αγορά κρατικών ομολόγων, στον αντίποδα της νομισματικής ορθοδοξίας που ίσχυε για πολλά χρόνια πριν από την πανδημία. Η «χαλαρή» αυτή νομισματική πολιτική έχει στόχο να δώσει ώθηση στην οικονομική ανάπτυξη, μέσω των εξαιρετικά χαμηλών επιτοκίων, ακόμη και σε χώρες με πολύ υψηλό χρέος, όπως η Ελλάδα και η Ιταλία.

Τη νομισματική πολιτική ακολούθησε και η δημοσιονομική πολιτική, περισσότερο στις ΗΠΑ και λιγότερο στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Πράγματι, εκτός από τη δημοσιονομική «ένεση» του πρώην Προέδρου Τραμπ, ο νέος Πρόεδρος Μπάιντεν αποφάσισε να χορηγήσει τεράστια ποσά από τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό για την αντιμετώπιση της πανδημίας (1,9 τρισ.), αλλά και για τον εκσυγχρονισμό των υποδομών στη χώρα του (2 τρισ.). Η Ευρωπαϊκή Ενωση ακολούθησε με το Ταμείο Ανάκαμψης και βέβαια με τις δημόσιες δαπάνες των επιμέρους χωρών-μελών της. Για πρώτη φορά λειτούργησε, έστω, μια «ιδιοτελής αλληλεγγύη» προς τις λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου που έχουν και τη μεγαλύτερη ανάγκη. Από το συνολικό ποσό των 750 δισ. του Ταμείου Ανάκαμψης, το 50% θα κατευθυνθεί σε αυτές τις χώρες, ενώ οι ίδιες συνεισφέρουν στο συνολικό ΑΕΠ της Ε.Ε. μόνο με το 25% περίπου, με τη χώρα μας να είναι περισσότερο ευνοημένη. Είναι σημαντικό για την οικονομική ενοποίηση της Ε.Ε. ότι για πρώτη φορά γίνεται δανεισμός από κοινού (δηλ. αμοιβαιοποίηση του χρέους) ενώ μέχρι τώρα, κάθε λιγότερο ανεπτυγμένη χώρα-μέλος που βρισκόταν σε δύσκολη θέση, δανειζόταν μόνη της και πλήρωνε μόνη της το χρέος (π.χ. η Ελλάδα την περίοδο της κρίσης), χωρίς τη συνεισφορά των περισσότερο ανεπτυγμένων χωρών-μελών.

Η παρέκκλιση και από τη δημοσιονομική λιτότητα στις ΗΠΑ και την Ευρώπη πέραν της νομισματικής ορθοδοξίας, αρχικά λόγω της πανδημίας, φαίνεται να παίρνει τη μορφή μιας ενεργού δημόσιας παρεμβατικής πολιτικής που στηρίζει την ανάπτυξη, όπως έγινε αμέσως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο με βάση την κεϋνσιανή αντίληψη για την οικονομική πολιτική. Μήπως βρισκόμαστε μπροστά σε αλλαγή παραδείγματος; Aπό τα «οικονομικά της προσφοράς» στα «οικονομικά της ζήτησης», εφόσον το κράτος με την τεράστια δημοσιονομική του δαπάνη δημιουργεί ζήτηση σε συνθήκες ύφεσης; Αν συνεκτιμήσουμε και την απόφαση του Προέδρου Μπάιντεν για αύξηση της φορολογίας για τις κερδοφόρες επιχειρήσεις και τα πολύ υψηλά εισοδήματα, φαίνεται να είμαστε στον αντίποδα της πολιτικής Τραμπ για τη μείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων.

Προφανώς, είναι πολύ νωρίς να εκτιμηθεί η αποτελεσματικότητα των παραπάνω δημόσιων παρεμβάσεων στο πεδίο της οικονομικής ανάπτυξης. Υπάρχουν εκτιμήσεις ότι η μαζική κρατική παρέμβαση και τα δημοσιονομικά ελλείμματα που δημιουργεί, παρά τις συνθήκες ύφεσης και αποπληθωρισμού, μπορεί να έχουν πληθωριστικό αποτέλεσμα. Επιπλέον, έχουν συσσωρευθεί αποταμιεύσεις πολλών δισ. στις ανεπτυγμένες χώρες, λόγω της αναγκαστικής εποχής από την κατανάλωση κυρίως. Αυτές οι αποταμιεύσεις μαζί με τις δημόσιες μεγάλες δαπάνες ενδεχομένως να προκαλέσουν μεγάλη αύξηση της ζήτησης, όταν πολλές αλυσίδες προσφοράς δεν μπορούν, έστω προσωρινά, να ανταποκριθούν, με αποτέλεσμα να ενταθεί το πληθωριστικό κύμα. Μια τέτοια εξέλιξη μπορεί να ανακόψει τη χαλαρή νομισματική πολιτική των Κεντρικών Τραπεζών και συνεπώς να αυξηθούν τα επιτόκια με άμεσο αποτέλεσμα την ανακοπή των επιθυμητών ρυθμών ανάπτυξης. Επειδή δεν υπάρχει προφανώς καμιά βεβαιότητα για τα θετικά ή αρνητικά αποτελέσματα αυτής της διαφαινόμενης νέας οικονομικής πολιτικής, ας περιοριστούμε μόνο σε διαπιστώσεις και σε ερωτήματα.