Ο ρόλος του ΔΝΤ στην ελληνική κρίση

γράφει ο Ναπολέων Μαραβέγιας*

*Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, μέλος Εθνικής Επιτροπής «Ελλάδα 2021», πρώην υπουργός

Η ανακοίνωση για το κλείσιμο του γραφείου του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στην Ελλάδα, με την ευκαιρία της επίσκεψης του πρωθυπουργού της χώρας στις ΗΠΑ, έχει μεγάλη, κυρίως, συμβολική σημασία, γιατί δείχνει το τέλος της εποχής των μνημονίων και της οικονομικής κρίσης, γεγονός που μπορεί να εκτιμηθεί θετικά από τις διεθνείς αγορές. Το ΔΝΤ ήρθε στην Ελλάδα το 2010. Στην πραγματικότητα ήταν η πρώτη φορά που συμμετείχε σε μια προσπάθεια «οικονομικής διάσωσης» μιας χώρας-μέλους, όχι μόνο της Ε.Ε., αλλά και της ευρωζώνης. Στις περιπτώσεις που υπάρχει εθνικό νόμισμα και είναι δυνατόν να υποτιμηθεί, η υποτίμηση είναι το πρώτο μέτρο διαρθρωτικής προσαρμογής για τον περιορισμό του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών μιας χώρας. Αυτό, δεν μπορούσε να συμβεί σε μια χώρα-μέλος της ευρωζώνης.

Ενα δεύτερο μέτρο διαρθρωτικής προσαρμογής, που επίσης απαιτείται συνήθως από το ΔΝΤ, είναι η άμεση αναδιάρθρωση του χρέους με στόχο την ελάφρυνσή του. Στην περίπτωση της χώρας μας αυτό έγινε μόνο δύο χρόνια αργότερα, για λόγους που μάλλον σχετίζονται με το γεγονός ότι ένα μέρος του ελληνικού χρέους διακρατείτο από μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες. Οπως είναι γνωστό, το ΔΝΤ μαζί με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δημιούργησαν την περίφημη τρόικα, η οποία ανέλαβε τη διάσωση της χώρας μας μετά από αίτημα της ελληνικής κυβέρνησης την άνοιξη του 2010. Η Ελλάδα προχώρησε στην υπογραφή των σχετικών προγραμμάτων προσαρμογής (μνημόνια), προκειμένου να μπορέσει να δανειστεί τόσο από το ΔΝΤ όσο κυρίως από τον Προσωρινό Ευρωπαϊκό Μηχανισμό με χαμηλά επιτόκια, ώστε να αποφύγει τη χρεοκοπία, εφόσον τα επιτόκια της διεθνούς αγοράς είχαν γίνει απαγορευτικά υψηλά λόγω της διεθνούς κρίσης.

Με τα προγράμματα αυτά που υπέγραψε η Ελλάδα το 2010, το 2012 και 2015, ανέλαβε να πραγματοποιήσει διαρθρωτικές προσαρμογές εξαιρετικά επώδυνες για την ελληνική οικονομία και την κοινωνία σε τρεις κυρίως τομείς:

1. Να μειώσει τις δημόσιες δαπάνες και να αυξήσει τα φορολογικά έσοδα για να ισορροπήσει το ισοζύγιο στον κρατικό Προϋπολογισμό, το έλλειμμα του οποίου έφτανε το 2010 στο 15% του ΑΕΠ.

2. Να περιορίσει το κόστος της εγχώριας παραγωγής ώστε να μειωθεί το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, που ανερχόταν επίσης στο 15% του ΑΕΠ περίπου.

3. Να πραγματοποιήσει μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση, με αιχμή τον φοροεισπρακτικό μηχανισμό, στην αγορά εργασίας, με ελαστικοποίησή της, στην αγορά προϊόντων και υπηρεσιών, με άνοιγμα των αγορών στον ανταγωνισμό και αποκρατικοποιήσεις και, τέλος, να αποκαταστήσει επίσης τον ανταγωνισμό στα περίφημα κλειστά επαγγέλματα.

Στον πρώτο τομέα, είναι γεγονός ότι με πολλές δυσκολίες επετεύχθη η ισορροπία στον κρατικό Προϋπολογισμό, με μηδενισμό των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και, μάλιστα, σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Αυτό οδήγησε σε απότομη μείωση την καταναλωτική ζήτηση και τις δημόσιες επενδύσεις και συνεπώς σε υποχώρηση του ΑΕΠ κατά 25% σωρευτικά, σε βαθιά ύφεση την οικονομία και σε απόγνωση το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας.

Στον δεύτερο τομέα υποχρεώσεων, που ήταν η εξισορρόπηση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, επιχειρήθηκε η μείωση του εγχώριου κόστους παραγωγής και κυρίως η προσαρμογή των μισθών του ιδιωτικού τομέα, ώστε να ανακτηθεί η διεθνής ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων και υπηρεσιών, η λεγόμενη δηλαδή «εσωτερική υποτίμηση». Αυτό επετεύχθη σε μεγάλο βαθμό, με αποτέλεσμα, όμως, την ακόμη μεγαλύτερη μείωση της ζήτησης, που ακολουθήθηκε από τη μείωση των ιδιωτικών επενδύσεων και την τεράστια διαρροή καταθέσεων από το τραπεζικό σύστημα.

Τέλος, στον τρίτο τομέα υποχρεώσεων, δηλαδή στις μεταρρυθμίσεις, υπήρξαν μεγάλες δυσκολίες, καθώς αυτές έθιγαν συγκεκριμένα κεκτημένα συμφέροντα. Ενα μέρος των μεταρρυθμίσεων πραγματοποιήθηκε, κυρίως όσον αφορά τον εξορθολογισμό της εκτέλεσης του κρατικού Προϋπολογισμού. Πολλές άλλες, όμως, μεταρρυθμίσεις εκκρεμούν, όπως ο εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης, η ταχύτητα στην απονομή δικαιοσύνης, οι αποκρατικοποιήσεις, η συστηματική αξιολόγηση του εκπαιδευτικού συστήματος κ.λπ.

Σε όλα τα παραπάνω, το ΔΝΤ έπαιξε κρίσιμο ρόλο. Θετικό ως προς την επιμονή στους στόχους, αλλά συχνά αρνητικό ως προς τη μέθοδο επίτευξης των στόχων, όπως π.χ. στο ζήτημα της δημοσιονομικής προσαρμογής, όπου οι λανθασμένες εκτιμήσεις του για τους πολλαπλασιαστές βύθισαν την ελληνική οικονομία στην ύφεση. Σε κάθε περίπτωση, ο απολογισμός πρέπει να γίνει όχι μόνο για ακαδημαϊκούς λόγους αλλά και για πολιτικούς και κοινωνικούς, ώστε η χώρα μας να μην ξαναζήσει την περιπέτεια της κρίσης και την ανάγκη διαρθρωτικής προσαρμογής, που ακόμα και στην καλύτερη περίπτωση μιας «άριστης συνταγής» προκαλεί μεγάλες οικονομικές και κοινωνικές πληγές. Σήμερα, μετά από όλη αυτήν την επώδυνη περίοδο, η κυβέρνηση προσπαθεί να δώσει μια νέα ώθηση στην ελληνική οικονομία μέσω των επενδύσεων και να εμπνεύσει αισιοδοξία στην κοινωνία μέσω της μείωσης της φορολογίας, προσπαθώντας, ταυτόχρονα, να πραγματοποιήσει πολλές από τις εκκρεμούσες μεταρρυθμίσεις και να πείσει τους Ευρωπαίους εταίρους μας ότι υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα δεν είναι πλέον αναγκαία. Σε αυτό το θέμα, ειδικά, έχει την υποστήριξη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και μετά την αποχώρησή του από την Ελλάδα.