Οι 10 συν 1 προκλήσεις της ελληνικής οικονομίας

γράφει ο Παναγιώτης Λιαργκόβας*

*Καθηγητής στην έδρα Jean Monnet στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και πρώην Συντονιστής του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή των Ελλήνων

Την περασμένη εβδομάδα -και ενώ η χώρα βρισκόταν σε ρυθμούς εκλογών- το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο έβγαλε μια έκθεση στο πλαίσιο της μεταμνημονιακής εποπτείας, που προσδιορίζει δέκα βασικές προκλήσεις-καθυστερήσεις στην ελληνική οικονομία, τις οποίες θα πρέπει να αντιμετωπίσει άμεσα η νέα ελληνική κυβέρνηση.

Η πρώτη πρόκληση αφορά την ύπαρξη δημοσιονομικού κενού, δηλαδή απόκλισης από τον δημοσιονομικό στόχο, πάνω από 1% του ΑΕΠ το 2019 και τα επόμενα έτη, λόγω της ψήφισης των τελευταίων μέτρων της απελθούσας κυβέρνησης. Το φθινόπωρο αναμένεται να γίνει επαναξιολόγηση των δημοσιονομικών μεγεθών και, σε περίπτωση που υπάρξει κενό, θα τεθεί στο τραπέζι η ανάγκη λήψης πρόσθετων μέτρων.

Η δεύτερη πρόκληση αφορά τη Δικαιοσύνη. Το Συμβούλιο διαπιστώνει ότι το ελληνικό δικαστικό σύστημα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει προκλήσεις και ανεπάρκειες, καθώς ο χρόνος για την έκδοση μιας απόφασης είναι συχνά υπερβολικά μεγάλος και οι εκκρεμείς υποθέσεις επηρεάζουν την παραγωγικότητα των δικαστηρίων.

Η τρίτη πρόκληση σχετίζεται με τις μεταρρυθμίσεις στον χρηματοπιστωτικό τομέα, που είναι απαραίτητες προκειμένου να αυξήσουν την προσφορά πιστώσεων στον ιδιωτικό τομέα.

Ενας άλλος τομέας, ο οποίος έχει μείνει πίσω, είναι το εκπαιδευτικό σύστημα. Συγκεκριμένα, το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα αντιμετωπίζει διάφορες προκλήσεις λόγω ανεπαρκών πόρων, χαμηλής αυτονομίας, μειωμένων επιδόσεων σε βασικές δεξιότητες (συμπεριλαμβανομένων των ψηφιακών) και αναντιστοιχιών σε δεξιότητες. Το παράδειγμα της νομικής σχολής στην Πάτρα είναι χαρακτηριστικό. Δημιουργούνται σχολές χωρίς να υπάρχει αντιστοίχιση με τη ζήτηση εργασίας. Επίσης, σε όλα τα επίπεδα υπάρχει εν γένει έλλειψη λογοδοσίας και παρακολούθησης, που είναι απαραίτητες για τη βελτίωση της ποιότητας του εκπαιδευτικού συστήματος. Η Ελλάδα θα πρέπει, επίσης, να βελτιώσει τη σχετική της θέση όσον αφορά την επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση και τη συμμετοχή της στη διά βίου μάθηση.

Το ποσοστό των μακροχρόνια ανέργων, που αντιπροσώπευαν το 70% των ανέργων στην Ελλάδα το 2018, είναι πολύ υψηλό, ενώ η υψηλή ανεργία των νέων και η χαμηλή συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας αποτελούν επίσης πηγή ανησυχίας. Οι θλιβερές αυτές επιδόσεις αποδεικνύουν ότι η αγορά εργασίας δεν λειτουργούσε και δεν λειτουργεί σωστά.

Το ίδιο συμβαίνει με την καταπολέμηση της εισοδηματικής ανισότητας και τη φτώχειας. Παρά τα επιδόματα των τελευταίων ετών, η Ελλάδα χαρακτηρίζεται από υψηλή εισοδηματική ανισότητα και οι κοινωνικές μεταβιβάσεις έχουν ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά ως προς τον αντίκτυπο στη μείωση του κινδύνου φτώχειας στην Ε.Ε. (15,83% το 2017 έναντι μέσου όρου 33,98% στην Ε.Ε.). Η νέα κυβέρνηση έχει ένα τιτάνιο έργο ώστε να στηρίξει ουσιαστικά τα φτωχότερα στρώματα και να προωθήσει την κοινωνική ένταξη των ατόμων με αναπηρία, των μεταναστών και των προσφύγων.

Η πρόσβαση στην πρωτοβάθμια ιατροφαρμακευτική περίθαλψη είναι επίσης στις προτεραιότητες που πρέπει να ενισχυθούν. Οι επόμενες τέσσερις προκλήσεις που αναφέρει η Εκθεση σχετίζονται με τις υποδομές. Το κόστος μεταφοράς εξακολουθεί να είναι υψηλό, ενώ η ποιότητα των υπηρεσιών, τα πρότυπα ασφάλειας και η διείσδυση των ευφυών συστημάτων μεταφορών παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα. Η επεξεργασία των στερεών αποβλήτων και των αστικών και βιομηχανικών λυμάτων απαιτεί πρόσθετες επενδύσεις, προκειμένου να ευθυγραμμιστούν τα πρότυπα περιβαλλοντικής προστασίας της χώρας με εκείνα της υπόλοιπης Ενωσης. Η ανεπαρκής ανάπτυξη των υποδομών αυξάνει το ενεργειακό κόστος για τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά και αποτελεί εμπόδιο στην αξιοποίηση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας. Η Ελλάδα πρέπει, τέλος, να επενδύσει στην τεχνολογία της πληροφορίας και της επικοινωνίας, προκειμένου να καλύψει την αποεπένδυση που παρατηρήθηκε κατά τη διάρκεια της κρίσης.