Οι ώρες που συγκλόνισαν τις ΗΠΑ και η επόμενη ημέρα

γράφει ο Κώστας Υφαντής*

*Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων, Πάντειο Πανεπιστήμιο

Οποιος ή όποια είχε την παραμικρή αμφιβολία για το τι εκπροσωπεί πολιτικά, κοινωνικά και πολιτισμικά ο Ντόναλντ Τραμπ ας ακούσει την ηχογραφημένη συνομιλία του με τον Μπραντ Ραφενπέργκερ, κορυφαίο αξιωματούχο της πολιτείας της Τζώρτζια και υπεύθυνο για την πολιτειακή εκλογική διαδικασία. Ο Πρόεδρος απαιτεί να του «βρουν» τις ψήφους που του λείπουν, επιμένει να παραληρεί και απειλεί αν ο συνομιλητής του δεν συμμορφωθεί. Ετσι, δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη η παρότρυνση προς τους διαδηλωτές-οπαδούς του να βαδίσουν προς το Καπιτώλιο. Αλλωστε, δεν είναι αυτή καθεαυτή η παρότρυνση σε διαμαρτυρία που σοκάρει. Αντίθετα με το τι μπορεί να πιστεύουμε στην Ευρώπη, η κοινωνική διαμαρτυρία, ο πολιτικός ακτιβισμός και η κινηματική διεκδίκηση είναι εγγενή και δυναμικά χαρακτηριστικά της αμερικανικής πολιτικής κουλτούρας. Αυτό που έχει σημασία είναι η επιμονή και η επιβολή μιας επικίνδυνης αντίληψης -πολύ πέρα από τα όρια του «φανταστικού»- ότι οι εκλογές στις ΗΠΑ είναι διαβλητές και απονομιμοποιημένες, εκτός εάν ο νικητής είναι ο Ντόναλντ Τραμπ.

Το 2016 οι Αμερικανοί ψηφοφόροι εξέλεξαν έναν Πρόεδρο που μέχρι πριν από λίγες ώρες απέφευγε να αναγνωρίσει όχι απλώς το αποτέλεσμα των εκλογών, αλλά τη δημοκρατική διαδικασία συνολικά. Που έκανε ό,τι μπορούσε για να υποσκάψει το θεμέλιο της αμερικανικής φιλελεύθερης δημοκρατίας, που είναι η εμπιστοσύνη και η αφοσίωση στους θεσμούς της. Ενα μεγάλο μέρος της αμερικανικής κοινωνίας και πολιτικής αδιαφόρησε όταν ένα σημαντικό κομμάτι του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος τον διευκόλυνε όταν παραβίαζε τις θεσμικές δικλείδες που εδώ και δυόμισι αιώνες στόχο έχουν να εμποδίσουν ακριβώς αυτό: την κατάχρηση εξουσίας. Δεν έκαναν τίποτε όταν για τέσσερα χρόνια στοχοποίησε ΜΜΕ με βαριά δημοκρατικά διαπιστευτήρια και διέσπειρε fake news και θεωρίες συνωμοσίας.

Η σημασία των γεγονότων για την αμερικανική δημοκρατία δεν μπορεί να υποτιμηθεί. Το βάρος της εικόνας είναι τεράστιο. Το μήνυμα που εκπέμπεται για την επόμενη ημέρα είναι εκκωφαντικό. Από το βράδυ της 6ης Ιανουαρίου ανταγωνιστές και εχθροί των ΗΠΑ, αλλά πρωτίστως των φιλελεύθερων δημοκρατικών αξιών, χαμογελούν. Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, πρώτος αυτός, τραυματίζει την αμερικανική δημοκρατία. Ο συμβολισμός -θεωρούν- απονομιμοποιεί τη Δύση ως πρόμαχο ελευθερίας και δικαιοσύνης. Την ίδια ημέρα της «εισβολής», οι κινεζικές Αρχές συνέλαβαν την ηγεσία του δημοκρατικού κινήματος στο Χονγκ Κονγκ. Στο Ιράν, στη Λευκορωσία, στη Βενεζουέλα και αλλού, η αντιπολίτευση κακοποιείται, φυλακίζεται και δολοφονείται και οι δημοσιογράφοι συλλαμβάνονται και κρατούνται κατά δεκάδες.

Την ίδια στιγμή, φίλοι και εταίροι αμφιβάλλουν και ανησυχούν. Πόσο μπορεί να ανακάμψει το αμερικανικό πολιτικό σύστημα και να ηγηθεί μιας πολυμερούς παγκόσμιας διακυβέρνησης; Είμαστε μάρτυρες του τέλους του δημοκρατικού προτάγματος;

Ο Τζο Μπάιντεν έχει μπροστά του μια κολοσσιαία πρόκληση. Οι ΗΠΑ είναι πολύ διχασμένες, πολύ πολωμένες, για να επιστρέψουν εύκολα στον κόσμο ως ηγέτιδα δύναμη που επηρεάζει και διαμορφώνει τις παγκόσμιες και περιφερειακές εξελίξεις. Βεβαίως, οι προσδοκίες δεν έχουν χαθεί. Ο νέος Πρόεδρος είναι τυχερός γιατί το Δημοκρατικό Κόμμα θα έχει την πλειοψηφία, εκτός από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, και στη Γερουσία. Αλλά οι οριακές πλειοψηφίες σπάνια είναι ικανές να σηκώσουν το βάρος της διαχείρισης μιας οριακής κατάστασης.

Και ο χρόνος είναι λίγος. Το παράθυρο ευκαιρίας είναι μόλις δεκαοκτώ μήνες. Μετά από αυτό τα μέλη του Κογκρέσου θα αφοσιωθούν στην προσπάθεια επανεκλογής τους στις ενδιάμεσες εκλογές του 2022, όταν υπό διεκδίκηση είναι οι 435 έδρες της Βουλής, καθώς και 34 από τις 100 έδρες της Γερουσίας. Σε μια βαθιά διχασμένη Αμερική, η μετριοπάθεια και η συναίνεση δεν είναι συνταγή εκλογικής επιτυχίας. Επιπλέον, το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα έχει να αναμετρηθεί με την άβυσσο που του κληροδότησε ο Τραμπ. Αν η πλειοψηφία της ηγεσίας αλλά και των στελεχών του δεν χειραφετηθεί από τον τοξικό λαϊκισμό του απερχόμενου Προέδρου και δεν τον αντιμετωπίσει, τότε δεν αποκλείεται η βίαιη μετεξέλιξή του. Οπως το Δημοκρατικό Κόμμα έχασε την πολιτική του επιρροή στον Νότο μετά τον νόμο για τα πολιτικά δικαιώματα το 1964 και για τα εκλογικά δικαιώματα το 1965, έτσι η προοπτική και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα να περάσει από ένα αντίστοιχο πολιτικό καθαρτήριο «αποξηραίνοντας τον βάλτο» του λαϊκισμού και του ρατσισμού δεν είναι ένα μακρινό ενδεχόμενο. Στις ΗΠΑ οι διαφορές δεν είναι απλώς ιδεολογικές, οι συγκρούσεις δεν είναι μόνο ταυτοτικές, δεν είναι μόνο πρόβλημα κοινωνικής εκπροσώπησης και πολιτικής διαμεσολάβησης. Είναι όλα αυτά μαζί, στην απτή προοπτική μιας Αμερικής εθνολογικά περισσότερο διαφοροποιημένης και πολιτισμικά περισσότερο πλουραλιστικής από ποτέ.

Βεβαίως, είναι μια Αμερική που θα παραμείνει το πιο δυναμικό, το πιο καινοτόμο, το πιο avant garde πολιτικό υποκείμενο της νεωτερικότητας αλλά και πέρα από αυτήν. Οσοι και όσες την υποτιμούν καλύτερα να θυμούνται πώς αντιδρά ένα πληγωμένο θηρίο. Ανταγωνιστές που θεωρούν ότι αυτή είναι η στιγμή να αποκτήσουν στρατηγικά πλεονεκτήματα στη γεωπολιτική αρένα της συγκυρίας ίσως είναι αφελείς. Μπορεί το πολιτικό κεφάλαιο που απαιτείται για να επουλωθούν τα εσωτερικά τραύματα να είναι μεγάλο, όμως η αμερικανική υπεροχή με όρους σκληρής ισχύος είναι ακόμη τεράστια.