Τα αναπτυξιακά εργαλεία για την ελληνική οικονομία

γράφει ο Παναγιώτης Λιαργκόβας*

*Πρόεδρος του ΚΕΠΕ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου

Στις 12 Ιουλίου η Ελλάδα έγινε το πρώτο κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης που προχώρησε σε επίσημη υποβολή του νέου ΕΣΠΑ 2021-2027 στις αρμόδιες Αρχές της Κομισιόν. 

Η επίσημη υποβολή αποτελεί το τελευταίο βήμα σε μια εκτεταμένη διαβούλευση που έλαβε χώρα το τελευταίο έτος, καθώς το πρώτο σχέδιο κειμένου εστάλη στην Επιτροπή τον Ιούνιο του 2020. Ακολούθησε συστηματική και εντατική συνεργασία και επεξεργασία των κειμένων, τόσο σε εθνικό επίπεδο, μέσω των Οργάνων Σχεδιασμού και Κατάρτισης του ΕΣΠΑ, όσο και με τις αρμόδιες διευθύνσεις της Επιτροπής.

Θα ακολουθήσει, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο Κανονιστικό Πλαίσιο, η επίσημη υποβολή των νέων προγραμμάτων, εντός διαστήματος τριών μηνών από την ημερομηνία της επίσημης υποβολής του ΕΣΠΑ. Ηδη βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο η κατάρτιση των σχεδίων των προγραμμάτων και έχει ξεκινήσει άτυπη διαβούλευση επί αυτών με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (32 δισ. ευρώ αντιστοιχούν στην Ελλάδα), σε συνδυασμό με τους πόρους της πολιτικής συνοχής για τη νέα προγραμματική περίοδο 2021-2027 (26,7 δισ. ευρώ αντιστοιχούν στην Ελλάδα), αποτελούν ένα καίριας σημασίας αναπτυξιακό εργαλείο για την ελληνική οικονομία.

Σημειώνεται, δε, ότι τα έργα που είναι ενταγμένα στην προηγούμενη προγραμματική περίοδο (2014-2020) θα πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί μέχρι τις 31/12/2023, κάτι που σημαίνει ότι για τα επόμενα δύο έτη η ελληνική κυβέρνηση θα λειτουργεί επάνω σε τρεις άξονες. Ο πρώτος αφορά την πλήρη απορρόφηση των πόρων του ΕΣΠΑ 2014-2020, ο δεύτερος την ταχεία εκτέλεση του ΕΣΠΑ 2021-2027 και ο τρίτος την αξιοποίηση των πόρων του προγράμματος του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.

Αυτό που πρέπει, ωστόσο, να γίνει σαφές είναι η ανάγκη εμβάθυνσης από το επίπεδο της μονοδιάστατης στατιστικής καταγραφής της απορροφητικότητας των ενωσιακών πόρων στο επίπεδο της πολυδιάστατης αποτύπωσης του αντικτύπου που έχουν οι συγχρηματοδοτούμενοι πόροι στην τόνωση της παραγωγικότητας, της ανταγωνιστικότητας και της επιχειρηματικότητας. Συνεπώς, ενώ μέχρι σήμερα παρακολουθείται μόνο ο βαθμός της απορροφητικότητας των συγχρηματοδοτούμενων πόρων, καθίσταται αναγκαία πλέον και η αξιολόγηση της παραγωγικότητας (μόχλευσης) των εν λόγω πόρων. Ενα ρηξικέλευθο εργαλείο προς την κατεύθυνση αυτή θα μπορούσε να αποτελέσει η δημιουργία ενός σύνθετου δείκτη αξιολόγησης (scoreboard assessment base), ο οποίος θα παρατηρεί την αποτελεσματικότητα των συγχρηματοδοτούμενων πόρων σε σχέση με τη μακροχρόνια οικονομική ανάπτυξη, αλλά και τους υπόλοιπους μακροοικονομικούς δείκτες (ανεργία, δημόσιο χρέος, εμπορικό ισοζύγιο, μοναδιαίο κόστος εργασίας, κ.λπ.).

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ήδη αναπτύξει και χρησιμοποιεί αντίστοιχους καινοτόμους δείκτες μέτρησης και αξιολόγησης των οικονομικών επιδόσεων σε διάφορα ενωσιακά πεδία, όπως είναι, για παράδειγμα, ο Single Market Scoreboard, ο European Innovation Scoreboard, ο Macroeconomic Imbalance Procedure Scoreboard κ.ά. Συμπερασματικά, και καθώς οι επιπτώσεις της πανδημίας στην οικονομία θα υποχωρούν, γίνεται σαφές ότι δεν αρκεί μια προσωρινή δημοσιονομική επέκταση, με τη χρήση αντικυκλικής επεκτατικής πολιτικής, για την αντιμετώπιση της ύφεσης και την ανάσχεση της ανεργίας. Η ελληνική οικονομία έχει ανάγκη από επενδύσεις (δημόσιες και ιδιωτικές) και μεταρρυθμίσεις, οι οποίες θα οδηγήσουν σε αύξηση των μακροχρόνιων ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης.

 Το οικονομικό περιβάλλον της Ευρωπαϊκής Ενωσης προσφέρει μια μοναδική ευκαιρία, μέσω των διαφόρων διαθέσιμων χρηματοδοτικών μηχανισμών, ώστε όλα τα κράτη-μέλη να ενισχύσουν σημαντικά τους ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ τους, προβαίνοντας σε μια άριστη κατανομή των συγχρηματοδοτούμενων πόρων, αλλά και δίνοντας μεγάλη έμφαση στο τελικό αποτέλεσμα.