Τα επόμενα βήματα στις σχέσεις Αθήνας - Αγκυρας

γράφει ο Θάνος Π. Ντόκος*

*Γενικός διευθυντής στο Ελληνικό Ιδρυμα Ευρωπαϊκής & Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ)

Η συνάντηση του Ελληνα πρωθυπουργού και του Τούρκου Προέδρου στη Νέα Υόρκη, στο πλαίσιο της ετήσιας γενικής συνέλευσης του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, ήταν διερευνητικής φύσης -ουσιαστικά μια πρώτη γνωριμία των δύο ηγετών- και οι προσδοκίες ήταν εξ αρχής χαμηλές. Πολύ περισσότερο καθώς η ελληνική πλευρά προσήλθε στη συνάντηση αρκετά προβληματισμένη, καθώς το ρητορικό καλωσόρισμα του κ. Ερντογάν στη νέα ελληνική κυβέρνηση μετά την ανάληψη των καθηκόντων της συνοδευόταν από τη συνέχιση της σκληρής τουρκικής πολιτικής στις θαλάσσιες περιοχές γύρω από την Κύπρο, την ανακοίνωση για άνοιγμα της Αμμοχώστου και, τέλος, τη φωτογραφία του Τούρκου Προέδρου μπροστά από τον χάρτη της «γαλάζιας πατρίδας», με το Αιγαίο χωρισμένο στη μέση και μεγάλο μέρος της ανατολικής Μεσογείου να απεικονίζεται ως τουρκικός θαλάσσιος χώρος.

Τα ερωτήματα της ελληνικής πλευράς περί των πραγματικών προθέσεων του Τούρκου Προέδρου δεν απαντήθηκαν από τη συνάντηση της Νέας Υόρκης, ούτε φυσικά αναμενόταν κάτι τέτοιο. Η εν λόγω συνάντηση ήταν η πρώτη σε μια μακρά σειρά διμερών επαφών που θα λάβουν χώρα τους επόμενους μήνες και χρόνια, σε διάφορα επίπεδα και βαθμό δημοσιότητας. Ανακοινώθηκε η πρόθεση σύγκλησης του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας και η επανάληψη των διερευνητικών επαφών. Οι τελευταίες ξεκίνησαν το 2002, με στόχο τη διερεύνηση της δυνατότητας συμφωνίας των δύο πλευρών για παραπομπή του ζητήματος της υφαλοκρηπίδας σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο. Πραγματοποιήθηκαν περισσότερες από 60 συναντήσεις, χωρίς να καταστεί δυνατή η επίτευξη συμφωνίας, αν και φαίνεται ότι την περίοδο 2002-2004 είχε σημειωθεί πρόοδος στις συνομιλίες. Η επανάληψή τους θα έχει νόημα μόνο εφόσον υπάρξουν κάποιες ελάχιστες προϋποθέσεις όσον αφορά τα σημεία αφετηρίας των δύο πλευρών (καθώς η διατύπωση μαξιμαλιστικών θέσεων πριν από την έναρξη μιας διαπραγμάτευσης αποτελεί συνήθη κρατική συμπεριφορά, αλλά στην περίπτωση της «γαλάζιας πατρίδας» οι τουρκικές θέσεις αγνοούν πλήρως βασικές προβλέψεις του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας), την ύπαρξη πολιτικής βούλησης για ουσιαστική συζήτηση, αλλά και τη συνεχιζόμενη τουρκική συμπεριφορά σε Αιγαίο και ανατολική Μεσόγειο που δυσχεραίνει οποιαδήποτε προσπάθεια βελτίωσης των σχέσεων. Πρόκειται για μια μεσοπρόθεσμη προοπτική, στην καλύτερη περίπτωση.   

Υπήρξαν, όμως, και δύο άλλες εξελίξεις που σχετίζονται με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και την ελληνική ασφάλεια γενικότερα. Η πρώτη ήταν η εξαγγελία του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ Γκουτέρες για ανάληψη πρωτοβουλίας με στόχο την επανέναρξη των διακοινοτικών συνομιλιών στην Κύπρο. Η, ευπρόσδεκτη ασφαλώς, κίνηση Γκουτέρες λαμβάνει χώρα σε ένα επιβαρυμένο πολιτικό περιβάλλον λόγω δύο παραγόντων: τη συνεχιζόμενη τουρκική «πολιτική κανονιοφόρων» γύρω από την Κύπρο και τις επερχόμενες εκλογές (Απρίλιος 2020) στα κατεχόμενα, όπου ο νυν Τουρκοκύπριος  ηγέτης, Μουσταφά Ακιντζί, κινδυνεύει να ηττηθεί από κάποιον σκληροπυρηνικό εκλεκτό της Αγκυρας. Τυχόν απόσυρση από την πολιτική σκηνή του Ακιντζί («τελευταίου των Μοϊκανών», δηλαδή όσων ειλικρινά πιστεύουν σε μια λύση μεταξύ των Τουρκοκυπρίων πολιτικών) θα αποτελούσε, πιθανόν, την ταφόπλακα στις προσπάθειες επίτευξης μιας διζωνικής, δικοινοτικής λύσης (εφόσον, βεβαίως, αυτή συνεχίζει να παραμένει η επιλογή και της ελληνοκυπριακής πλευράς) και θα οδηγούσε στον πλήρη έλεγχο των Τουρκοκυπρίων από την Αγκυρα.

Τέλος, είναι έτοιμη προς υπογραφή -κατά τη διάρκεια της επίσκεψης Πομπέο- νέα συμφωνία αμυντικής συνεργασίας Ελλάδας - ΗΠΑ. Η συμφωνία είναι ανοιχτής διάρκειας και προβλέπει την αύξηση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στον ελλαδικό χώρο, και πιο συγκεκριμένα στην Αλεξανδρούπολη (υψηλής αξίας για τα αμερικανικά συμφέροντα και παρουσία στα Βαλκάνια και στη Μαύρη Θάλασσα), στη Θεσσαλία και στη Σούδα. Χειροπιαστό ελληνικό όφελος από τη συμφωνία θα είναι η δημιουργία υποδομών που θα χρησιμοποιούνται και από τη φιλοξενούσα χώρα, καθώς και η προσδοκία απόκτησης πολεμικού υλικού με προνομιακούς όρους. Το αίτημα για παροχή κάποιας μορφής εγγυήσεων για την ελληνική ασφάλεια δεν έχει ιδιαίτερο νόημα, καθώς η Τουρκία συνεχίζει να αποτελεί ένα σημαντικό στρατηγικό διακύβευμα για τις ΗΠΑ, όπως δείχνουν οι προσπάθειες Τραμπ να την επανεντάξει στο πρόγραμμα των F-35 και να την κρατήσει μακριά από τη Ρωσία. Συμπερασματικά, η υπογραφή της συμφωνίας αποτελεί μια θετική εξέλιξη για τα ελληνικά συμφέροντα, εντασσόμενη στο πλαίσιο μιας ρεαλιστικής, πολυεπίπεδης και πολυδιάστατης (με προσπάθεια βελτίωσης των σχέσεων και με άλλες μεγάλες δυνάμεις) πολιτικής, που θα δίδει έμφαση στον στρατηγικό σχεδιασμό και στη διαχείριση κρίσεων.