Τα λάθη των μνημονίων και οι μεταρρυθμίσεις

γράφει ο Παναγιώτης Λιαργκόβας*

*Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και πρώην συντονιστής του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή των Ελλήνων

Σε πρόσφατη δήλωσή του, ο επικεφαλής του ευρωπαϊκού τμήματος του ΔΝΤ Π. Τόμσεν είπε ότι τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, τα οποία βαραίνουν σήμερα τη χώρα, ήταν επιλογή ΣΥΡΙΖΑ ώστε να αποφύγει τις μεταρρυθμίσεις. Πράγματι, ήταν ίσως το μεγαλύτερο λάθος της οικονομικής πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ κατά την τετραετία 2015-2019. Υποβάθμισε τη σημασία των επενδύσεων και της ανάπτυξης και υιοθέτησε την επιδοματική πολιτική, επιβαρύνοντας με φόρους τη μεσαία τάξη. Δεν ήταν, όμως, το μόνο λάθος στην οικονομική πολιτική των τελευταίων ετών. Κοιτάζοντας σήμερα προς τα πίσω, διαπιστώνουμε μια σειρά από λάθη σε όλα τα μνημονιακά προγράμματα. Θα επικεντρωθώ σε τέσσερα: στην αβεβαιότητα, στη λιτότητα, στο μείγμα πολιτικής και στην καθυστέρηση εφαρμογής μεταρρυθμίσεων.

Η υποτίμηση του ρόλου της αβεβαιότητας στην οικονομία ήταν από τα μεγαλύτερα και συστηματικότερα λάθη των κυβερνήσεων. Την αβεβαιότητα τροφοδοτούσαν οι συνεχείς διαπραγματεύσεις και αναζητήσεις «ισοδυνάμων» για να γίνουν τροποποιήσεις, οι ασάφειες σε φορολογικά ζητήματα (φορολόγηση μισθώματος ακινήτων, ΦΠΑ στην εκπαίδευση, ΕΝΦΙΑ), οι ανασχεδιασμοί στο ασφαλιστικό, οι ασάφειες στην κατεύθυνση των ιδιωτικοποιήσεων, των εργασιακών ρυθμίσεων κ.ά. Την αβεβαιότητα τροφοδοτούσε και η απουσία ενστερνισμού του προγράμματος από τις ελληνικές Αρχές, καθώς η οικονομική του φιλοσοφία (που ερχόταν σε σύγκρουση με παραδοσιακές αντιλήψεις για τον ρόλο του κράτους και της αγοράς) συχνά αμφισβητούνταν στην πράξη.

Αναφορικά με τη λιτότητα, στους πρώτους μνημονιακούς Προϋπολογισμούς επιχειρήθηκε κυρίως μέσω της μείωσης των μισθών και των συντάξεων. Στη συνέχεια, στο δεύτερο και τρίτο μνημόνιο πήρε τη μορφή της φορολογικής επιβάρυνσης (φοροκεντρική λιτότητα). Διάφορες εμπειρικές έρευνες έχουν δείξει ότι, σε χώρες με μικρή εξωστρέφεια, αδύναμη οικονομική βάση και θεσμούς, η λιτότητα οδηγεί σε χειρότερα οικονομικά αποτελέσματα και δεν προσφέρει οφέλη όσον αφορά την αύξηση του ΑΕΠ. Η Ελλάδα είναι μια από αυτές τις περιπτώσεις. Οι εγχώριοι θεσμοί της είναι διαχρονικά αδύναμοι ή δυσλειτουργικοί και η εξαγωγική της βάση μικρή. Βρέθηκε, επομένως, η χώρα μας σε μια «παγίδα λιτότητας», καθώς οι συνεχείς αυξήσεις φορολογίας και μειώσεις δαπανών μείωναν το ΑΕΠ, αύξαναν το χρέος και φτωχοποιούσαν τον πληθυσμό.

Επιπλέον, όταν οι κυβερνήσεις εφαρμόζουν προγράμματα δημοσιονομικής εξυγίανσης (π.χ. όπως τα τρία μνημόνια), επιδιώκοντας να διαμορφώσουν (πρωτογενή) πλεονάσματα, έχουν το εξής δίλημμα: να βασιστούν περισσότερο στη μείωση των δημοσίων δαπανών ή να αυξήσουν τη φορολογία; Σύμφωνα με διάφορες μελέτες, η μείωση των δαπανών είναι αποτελεσματικότερη έναντι της αύξησης της φορολογίας για την επίτευξη των στόχων της δημοσιονομικής προσαρμογής. Τι έγινε στην Ελλάδα στα μνημονιακά χρόνια της κρίσης; Μόνο στην αρχή της περιόδου προσαρμογής, το 2010 και το 2013, η βαρύτητα των δημοσίων δαπανών ξεπέρασε το 70%. Στα χρόνια της βαθιάς ύφεσης 2011 και 2012, όταν η σωρευτική πτώση του ΑΕΠ ήταν 15,5%, η πλευρά των φορολογικών εσόδων συνεισέφερε περισσότερο, δηλαδή κατά 54,9% και 51,50% αντίστοιχα. Η επιλογή της φορολογίας ήταν, επίσης, ξεκάθαρη στο τρίτο μνημόνιο, ξεπερνώντας μάλιστα το 90% των συνολικών μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής. Γιατί υπήρξε αυτή η επιλογή; Μια απλή εξήγηση είναι γιατί η επιβολή φορολογίας είναι πολιτικά και τεχνικά πιο εύκολη. Μια πιο σύνθετη εξήγηση, που υποστηρίζεται από διάφορες μελέτες, είναι ότι η μείωση των δαπανών δεν είναι εύκολη σε χώρες που υπάρχει μεγάλη διαφθορά, και πελατειακές-προσοδοθηρικές συμπεριφορές.

Τέλος, αναφορικά με τις μεταρρυθμίσεις, δύο ήταν τα επιμέρους λάθη. Πρώτον, η χρονική σειρά με την οποία έγιναν και, δεύτερον, η εφαρμογή τους. Η Ελλάδα, σε αντίθεση με την Πορτογαλία, ξεκίνησε πρώτα με την εσωτερική υποτίμηση και τη μεταρρύθμιση του κράτους, για να ακολουθήσουν οι μεταρρυθμίσεις στις αγορές αγαθών, οι οποίες θα μείωναν τις τιμές και θα συγκρατούσαν κάπως την πτώση των εισοδημάτων. Επίσης, πολλές μεταρρυθμίσεις, ενώ ψηφίστηκαν στη Βουλή, έμειναν τελικά στα χαρτιά και δεν εφαρμόστηκαν.