Σε ισχύ από σήμερα νέοι κανόνες για τα εξωτερικά τροφοδοτικά (μετασχηματιστές συσκευών) στην ΕΕ

Ο κανονισμός της Κομισιόν σχετικά με τις εξωτερικές πηγές τροφοδοσίας που αποσκοπεί στην αύξηση της ενεργειακής αποδοτικότητας ενός φάσματος οικιακών συσκευών - από φορητούς υπολογιστές σε ηλεκτρικές οδοντόβουρτσες - θα τεθεί σε ισχύ από σήμερα, 1 Απριλίου 2020, στο πλαίσιο των μέτρων οικολογικού σχεδιασμού της ΕΕ.

Σύμφωνα με την Κομισιόν, αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα, οι Ευρωπαίοι καταναλωτές να μπορούν να εξοικονομούν στους λογαριασμούς των νοικοκυριών τους, να βοηθούν στην επίτευξη στόχων εξοικονόμησης ενέργειας σε όλη την ΕΕ και να μειώνουν τις εκπομπές.

Οι νέοι κανόνες της ΕΕ θα καταστήσουν αυτά τα εξωτερικά τροφοδοτικά πιο ενεργειακά αποδοτικά, ευθυγραμμίζοντας τα με τα υψηλότερα πρότυπα παγκοσμίως.

Η Κομισιόν αναμένει ότι θα επιτευχθεί εξοικονόμηση ηλεκτρικής ενέργειας άνω των 4 TWh / έτος έως το 2030, αρκετή για να τροφοδοτήσει ολόκληρη τη Λετονία για ένα μήνα. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα την αποφυγή εκπομπών αερίων θερμοκηπίου άνω του 1,4 εκατομμυρίων τόνων ισοδυνάμου CO2 ανά έτος από το 2030 και μετά.

Υπενθυμίζεται ότι τα εξωτερικά τροφοδοτικά είναι μετασχηματιστές ρεύματος που χρησιμοποιούνται για τη μετατροπή από εναλλασσόμενο σε συνεχές ρεύμα. Οι συσκευές εξωτερικής τροφοδοσίας χρησιμοποιούνται, για παράδειγμα, στα ηλεκτρονικά είδη ευρείας κατανάλωσης (smartphones, μεγάφωνα, συστήματα ήχου, τηλεοράσεις), προϊόντα ΤΠΕ (μόντεμ, δρομολογητές, φορητοί υπολογιστές, tablet, ηλεκτρονικές οθόνες), μικρές συσκευές κουζίνας προϊόντα (ξυριστικές μηχανές, ηλεκτρικές οδοντόβουρτσες).

Ο κανονισμός οικολογικού σχεδιασμού για τις εξωτερικές πηγές τροφοδοσίας αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης δέσμης μέτρων που εγκρίθηκαν πέρυσι και αποτελείται από 10 κανονισμούς οικολογικού σχεδιασμού και 6 κανονισμούς για την ενεργειακή σήμανση.

Το πλήρες πακέτο αναμένεται να αποδώσει συνολικά 167 TWh τελικής εξοικονόμησης ενέργειας ετησίως έως το 2030. Αυτό ισοδυναμεί με την ετήσια κατανάλωση ενέργειας της Δανίας. Η σωρευτική εξοικονόμηση αντιστοιχεί σε μείωση άνω των 46 εκατομμυρίων τόνων ισοδυνάμου CO2 ανά έτος από το 2030 και μετά.