Θεσσαλονίκη: Ποσοστό άνω του 90% των πολιτών άνω των 65 και των γιατρών έχουν εμβολιαστεί

Το 90,6% των πολιτών, άνω των 65 χρόνων στη Θεσσαλονίκη, έχει εμβολιαστεί κατά της Covid-19, ενώ υψηλά είναι τα ποσοστά και σε άλλες ηλικιακές ομάδες. Επίσης, έχει εμβολιαστεί η συντριπτική πλειονότητα (91,1%) των γιατρών.

Τα στοιχεία αυτά προκύπτουν από τα ευρήματα της ετήσιας έρευνας της εταιρείας "to the point" για λογαριασμό του Ιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, τα οποία παρουσιάστηκαν κατά τη διάρκεια συνέντευξης τύπου. Η έρευνα διενεργήθηκε στο διάστημα 27 Μαΐου - 3 Ιουνίου 2021 και βασίστηκε στις απαντήσεις που έδωσαν 1128 άντρες και γυναίκες, ηλικίας άνω των 17 ετών, από την Περιφερειακή Ενότητα Θεσσαλονίκης.

Στο φετινό ερωτηματολόγιο, εκτός από τα ερωτήματα για την ικανοποίηση των πολιτών από τις παρεχόμενες υπηρεσίες υγείας, τέθηκαν ζητήματα και για το εμβολιαστικό πρόγραμμα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ "αν έκαναν" ή "θα κάνουν εμβόλιο". Σε ποσοστό 62,1% απάντησαν θετικά, ενώ σε ποσοστό 37,9 αρνητικά. Αναλυτικότερα, από όσους δεν έχουν κάνει ακόμη το εμβόλιο ένα ποσοστό 78,3% διευκρίνισε ότι δεν ήρθε ακόμη η σειρά τους, το 19,8% εκτιμά ότι έχουν ανάγκη το εμβόλιο και ένα μικρό ποσοστό 0,9% ότι δεν πιστεύουν στα εμβόλια. Το ποσοστά εμβολιασμένων στην Περιφερειακή Ενότητα της Θεσσαλονίκης, σε ηλικίες άνω των 65, ξεπερνούν το 90%, ενώ και για τους άνω των 55 αγγίζουν το 85%. Επίσης, τέθηκε ερώτημα και για τον υποχρεωτικό εμβολιασμό των υγειονομικών. Το 68,6% των ερωτηθέντων υποστήριξε ότι πρέπει να καταστεί υποχρεωτικός ενώ το 31,4% όχι.

Να σημειωθεί, ότι ανάλογη έρευνα, της ίδιας εταιρείας, έγινε και στα μέλη του Ιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης. Στο ερώτημα αν έχουν εμβολιαστεί, ποσοστό 90,1% απάντησε θετικά, 8,5% αρνητικά και 1,5 δεν απάντησε. Από το ποσοστό που εμβολιάστηκαν 77,8% είναι εργαστηριακοί, 90,8% κλινικοί και 91,2 χειρουργοί. Και τις δύο δόσεις έκαναν 97,1% και μόνο τη μία 2,9%. Όσοι έκαναν μόνο τη μία δόση σε ποσοστό 100% απάντησαν ότι θα κάνουν και τη δεύτερη.

Από την έρευνα που παρουσιάστηκε σήμερα προέκυψε ότι μειώθηκε το 2021, σε σύγκριση με το 2019, αλλά αυξήθηκε, σε σύγκριση με το 2020, η δυσαρέσκεια των Θεσσαλονικέων από τις προσφερόμενες υπηρεσίες δημόσιας υγείας. Συγκεκριμένα, από 64,7% που ήταν το 2019 το ποσοστό των δυσαρεστημένων από τις υπηρεσίες υγείας την χώρα μας το 2020, μειώθηκε στο 27,7%, ενώ το 2021 αυξήθηκε σε 34,9%. Το ποσοστό των ικανοποιημένων, από 16,3% το 2019 το 2020, αυξήθηκε σε 37,5%, ενώ το 2021 μειώθηκε σε 34,5%. Ειδικότερα, στον τομέα της δημόσιας υγείας (νοσοκομεία, κέντρα υγείας κ.α.) το 45,2% των ερωτηθέντων δήλωσαν δυσαρεστημένοι, το 23,3% ικανοποιημένοι και 28,3% ούτε το ένα ούτε το άλλο.

Να σημειωθεί, ότι οι δυσαρεστημένοι από τις υπηρεσίες δημόσιας υγείας από 66,5% το 2019 μειώθηκαν σε 38,1 το 2020, ενώ το 2021 αυξήθηκαν σε 45,%. Το ποσοστό των ικανοποιημένων από 18,3% στο 2019 αυξήθηκε σε 30,2% το 2020, ενώ το 2021 μειώθηκε σε 23,3%.

Στο ερώτημα ένα έχει βελτιωθεί ή χειροτερέψει η γνώμη τους για την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών υγείας το 27,9% δήλωσε ότι χειροτέρευσε, το 23,3% ότι βελτιώθηκε, ενώ το 44,2% απάντησε ότι ούτε βελτιώθηκε ούτε χειροτέρεψε.

Ένα από τα εντυπωσιακά ευρήματα, όπως είπε ο πρόεδρος του ΙΣΘ Νίκος Νίτσας, είναι ότι οι νέες ηλικιακές ομάδες εμφανίζονται περισσότερο δυσαρεστημένες, από ότι οι μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες, για τις υπηρεσίες δημόσιας υγείας. Ο κ. Νίτσας σχολίασε ότι υπάρχει «αισθητή μείωση της δυσαρέσκειας απέναντι στις παρεχόμενες υπηρεσίες υγείες και οφείλεται στις προσπάθειες από πλευράς του Υπουργείου Υγείας για ενίσχυση του ΕΣΥ, αλλά κυρίως στις προσπάθειες των γιατρών του δημοσίου αλλά και του ιδιωτικού τομέα οι οποίοι με αυταπάρνηση αγωνίστηκαν και αγωνίζονται για την αναχαίτιση της νόσου». Εξέφρασε δε δημόσια τα συλλυπητήρια στις οικογένειες των συναδέλφων που απεβίωσαν ύστερα από νόσηση με covid19, πριν προλάβουν να εμβολιαστούν.

Στο ερώτημα για το πώς ανταποκρίθηκαν οι υπηρεσίες υγείας στη χώρα μας, εδώ και 16 μήνες πανδημίας, απάντησαν 51,1% πολύ καλά ή καλά, 40,1% μέτρια και 7,1% πολύ άσχημα ή άσχημα.

Οι ερωτηθέντες σε σχέση με την ιατρική περίθαλψή τους, είπαν ότι επισκέπτονται συχνότερα ιδιωτικά ιατρεία (κατά 58%). Ακολουθούν νοσοκομεία (39,4%) συμβεβλημένα ιατρεία του ΕΟΠΥΥ (37,6%) ιδιωτικά πολυιατρεία-κλινικές (11%) και Κέντρα Υγείας - Ιατρεία ΠΕΔΥ (7,1%). Όπως προκύπτει από την έρευνα τον Ιούνιο του 2020 το ποσοστό στα ιδιωτικά ιατρεία ήταν 53,4%. Ίδια αύξηση καταγράφεται και σε συμβεβλημένους γιατρούς του ΕΟΠΥΥ, που ήταν 37,6%. Οι περισσότεροι δε (52%), εκτιμούν ότι το κόστος των ιατρικών υπηρεσιών σε καιρό πανδημίας δεν έχει αυξηθεί. Στο ερώτημα αν η συνεργασία του ΕΣΥ με ιδιωτικούς φορείς υγείας θα βελτιώσει τις υπηρεσίες, το 50,5% απάντησε θετικά. Το 13,6% είπε ότι θα τις επιδεινώσει, το 20% εκτίμησε ότι δεν θα γίνει ούτε το ένα, ούτε το άλλο κι ένα ποσοστό 15,8% απέφυγε να τοποθετηθεί.

Όπως είπε ο κ. Νίτσας «κατά τη διάρκεια της καραντίνας οι περισσότεροι συμπολίτες μας που χρειάστηκαν να τηλεφωνήσουν ή να επισκεφθούν κάποιον συνάδελφο προτίμησαν ιδιωτικό ιατρείο, σε ποσοστό 66,9%, ενώ ακολούθησαν τα ιατρεία του ΕΟΠΠΥ, κατά 21,3%, τα Κέντρα Υγείας 8,11%, τις ΤΟΜΥ, κατά 2,2% και κάτι άλλο 1,5%.»