Τα τρία κακά της μοίρας μας…

Ενα είναι σίγουρο! Δεν έγιναν σοφότεροι όσοι επέλεξαν να διαθέσουν τον χρόνο τους για να παρακολουθήσουν την τριήμερη συζήτηση στη Βουλή για την ψήφο εμπιστοσύνης στη νέα κυβέρνηση.

Κάποιοι βιάστηκαν να βαφτίσουν «πολιτικό πολιτισμό» τους άνευρους μονολόγους της πλειονότητας των ομιλητών, που περισσότερο ήθελαν να καταγραφεί η παρουσία τους στο βήμα του Κοινοβουλίου παρά με τις θέσεις και τις προτάσεις τους να επηρεάσουν την ψηφοφορία ή τουλάχιστον να ενημερώσουν σωστά την κοινωνία.

Ειπώθηκαν πολλά! Και για τη συμφωνία των Πρεσπών και για την πολύπαθη Παιδεία και για τα πλεονάσματα. Ακόμα και για τα πρώην βασιλικά κτήματα του Τατοΐου, τις φυλακές Κορυδαλλού, τα λιπάσματα στο Κερατσίνι και τη Διεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης. Ομως, κυρίως, η κυβερνητική πλειοψηφία αλλά και η αντιπολίτευση είχαν ελάχιστα να πουν για το αναπτυξιακό μοντέλο που πρέπει επιτέλους να αποκτήσει η χώρα, για την αντιμετώπιση της τεράστιας πληγής που λέγεται παραοικονομία και ακόμα λιγότερα για τη φοροδιαφυγή και την ακρίβεια στην αγορά, που ευθύνονται σε μεγάλο βαθμό που το οικογενειακό πορτοφόλι των περισσότερων πολιτών αδειάζει με το που μπαίνει ο μισθός ή η σύνταξη.

Θα πουν ορισμένοι ότι όλα αυτά θα αλλάξουν με τις παρεμβάσεις που εξήγγειλε η κυβέρνηση. Για το εάν έχουν δίκιο ή άδικο θα το μάθουμε σε λίγους μήνες. Αυτό, όμως, που τους διαφεύγει είναι ότι για να αντιληφθεί κανείς το τι συμβαίνει στην οικονομία και στην κοινωνία δεν χρειάζονται πτυχία από ξακουστά πανεπιστήμια της αλλοδαπής. Χρειάζεται μόνο μια βόλτα στην αγορά για να μετρήσουν τα «λουκέτα» στα καταστήματα και για να μιλήσουν με εμπόρους και καταναλωτές που μετρούν ακόμα και το πεντάλεπτο όταν πριν από κάποια χρόνια απαξίωναν, αν δεν αγνοούσαν, την ύπαρξή του. Δεν χρειάζονται διπλώματα και διδακτορικά για να αντιληφθεί κανείς ότι η παραοικονομία και η φοροδιαφυγή «ζουν και βασιλεύουν» στη χώρα των μνημονίων, την οποία, ακόμα και τώρα, δέκα χρόνια μετά τη χρεοκοπία, κυβερνούν οι δανειστές διά των αντιπροσώπων τους. Χρειάζεται μια απλή ανάγνωση των στατιστικών στοιχείων για το κόστος ζωής και τα αναποτελεσματικά νομοθετήματα για τη «σύλληψη» της φοροδιαφυγής και το «χτύπημα» της ακρίβειας.

Στην κοινοβουλευτική της πρεμιέρα, η νέα κυβέρνηση, εκτός από γενικόλογες αναφορές, δεν είπε τίποτα για το σχέδιο ανάπτυξης της χώρας. Εμφανίστηκε απροετοίμαστη, σε αντίθεση, για παράδειγμα, με το πανεπιστημιακό άσυλο, τους «αιώνιους» φοιτητές και τις αστικές αναπλάσεις. Ομως, καμία οικονομία δεν «αναστήθηκε» και καμία χώρα δεν βγήκε από την κρίση φτιάχνοντας μόνο… πλατείες και χωρίς να διαθέτει ξεκάθαρο αναπτυξιακό πλάνο, που πρέπει μια κυβέρνηση η οποία θέλει να προσελκύσει επενδυτές να παρουσιάσει με το «καλημέρα». Τα ίδια ισχύουν και για την αντιμετώπιση της παραοικονομίας, η οποία υπολογίζεται στα 35 δισ. ευρώ τον χρόνο. Δηλαδή 1 στα 5 ευρώ που κυκλοφορούν στην αγορά είναι «μαύρο χρήμα». Οπως, επίσης, και για το λαθρεμπόριο και τη φοροκλοπή, η οποία, σύμφωνα με μέτριους υπολογισμούς, υπολογίζεται στα 15 δισ. ευρώ.

Για όλα αυτά, εκτός από ευχολόγια και τα γνωστά «αν», δεν ειπώθηκε τίποτα το συγκεκριμένο, ενώ ούτε μια «κουβέντα παρηγοριάς» δεν ακούστηκε για τα γνωστά «υποζύγια» που πλήρωναν και πληρώνουν από το υστέρημά τους για να καλυφθούν οι «μαύρες τρύπες» στα κρατικά ταμεία. Και ας έρθουμε στο μέτωπο της ακρίβειας, ξεκαθαρίζοντας ότι «νέα εποχή» με τις τιμές στα ύψη δεν πρόκειται να υπάρξει, τουλάχιστον για την πλειονότητα των πολιτών που πρέπει με μισθό 600-800 ευρώ να πληρώσει φως, νερό, τηλέφωνο και να πάει έστω και μια φορά στο σούπερ μάρκετ. Αυτά οι αρμόδιοι ίσως να μην τα βρουν γραμμένα σε κανένα πανεπιστημιακό εγχειρίδιο, αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα και πρέπει να τη γνωρίζουν. Οπως, επίσης, πρέπει να γνωρίζουν ότι, σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία της Eurostat, η Ελλάδα είναι ακριβότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στα τρόφιμα κατά 5,7%, κάτι που σημαίνει ότι το καλάθι της Ελληνίδας νοικοκυράς είναι πιο ακριβό από το αντίστοιχο στη Γερμανία, στην Ολλανδία, στην Ισπανία και στη Βρετανία.

Η παραοικονομία, η φοροδιαφυγή και η ακρίβεια αποτελούν τις μόνιμες πληγές της σύγχρονης Ελλάδας, που καμία κυβέρνηση δεν κατόρθωσε να κλείσει γιατί απαιτείται διαρκής αγώνας και σύγκρουση με συμφέροντα που έχουν τη δύναμη να καθορίζουν τις πολιτικές εξελίξεις στη χώρα. Γιατί οι αρμόδιοι αποφεύγουν να βουτήξουν στα βαθιά, για να αποφύγουν τις… εκπλήξεις!