Η ταμπέλα είχε διπλή ανάγνωση!

Πριν από 62 χρόνια η εξουσία της εποχής εμπνεύστηκε και καθιέρωσε τον νόμο της ντροπής και της οργής. «Νόμος 4.000 περί τεντιμποϊσμού». Το 1983 εξαφανίστηκαν οι τεντιμπόηδες και καταργήθηκε ο νόμος, όχι όμως και οι κρυφοί εραστές του, που αυτή τη φορά θα ήταν εξτρεμιστές, αντιεξουσιαστές. Μετά από 37 χρόνια εφαρμογής ενός νόμου μιας σάπιας κοινωνίας, ορισμένοι αναζητητές της ταυτότητάς τους αποφάσισαν να τον «επαναφέρουν» με τους δικούς τους κανόνες. Να τον αναβιώσουν, με στόχο να εκδικηθούν το κατεστημένο; Να ξεσπάσουν κατά της καταπίεσης εντός των χώρων εκπαίδευσης ή μόρφωσης; Να αναδείξουν την επαναστατική δυναμική τους;

Κανείς δεν μπορεί να τοποθετηθεί με βεβαιότητα και ασφάλεια. Το σίγουρο είναι ότι σήμερα η επανεμφάνιση μεθόδων των σκοτεινών περιόδων δεν προμηνύει θετικές εξελίξεις, ειδικά σε εποχές που το ταξικό σύστημα βρίσκεται ανάμεσα σε «φίλια», αλλά και σε εχθρικά πυρά. Το βέβαιο είναι ότι κάποιοι σήμερα επέλεξαν να τιμωρήσουν και να διασύρουν το πολιτικοεκπαιδευτικό σύστημα στο πρόσωπο ενός δασκάλου. Ενός ανθρώπου που αφιέρωσε αρκετό χρόνο της ζωής του (θετικά ή όχι, είναι μια άλλη συζήτηση) για να μεταδώσει τις όποιες γνώσεις του στις νεότερες γενιές. Στους φοιτητές των ελληνικών πανεπιστημίων που αγωνίζονται για μια θέση στον ήλιο.

Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή!

Τον Σεπτέμβριο του 1958, πριν από 62 χρόνια, η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή ψήφισε βιαστικά τον νόμο περί τεντιμποϊσμού. Και τότε άρχισαν όλα. Η Αθήνα ανησύχησε. Ακολούθησαν οι συλλήψεις των παιδιών που πετούσαν γιαούρτια (για πολλούς ήταν ληγμένα) σε καθηγητές που τότε αποτελούσαν τη βασική μορφή της κρατικής καταπίεσης. Και μετά ήρθαν ο εξευτελισμός του κουρέματος και η περιφορά των παρανόμων με την ταμπέλα κρεμασμένη στον λαιμό όπου αναγραφόταν η φράση «Είμαι γάιδαρος». Αυτός ήταν ο δρόμος της διαπόμπευσης, που για κάποιους οδηγούσε στη συμμόρφωση.

Στόχος των εμπνευστών; Η γελοιοποίηση όσων συλλαμβάνονταν να απαξιώνουν την τότε εκκολαπτόμενη αστική κοινωνία στην οποία ανήκαν πολλοί γόνοι καλών οικογενειών της εποχής.

«Ο νόμος της ντροπής» με το πέρασμα του χρόνου ατόνησε μέχρι την επανεμφάνισή του στα χρόνιας της χούντας των συνταγματαρχών, που βέβαια δεν εφαρμόστηκε για να τιμωρηθούν ταραχοποιοί ευκατάστατων οικογενειών, αλλά για να υπηρετηθούν άλλες… ανάγκες του καθεστώτος. Τελευταία φορά που εφαρμόστηκε ο νόμος για τους τεντιμπόηδες ήταν το 1981, 39 χρόνια μετά την καθιέρωσή του, από την κυβέρνηση του Γιώργου Ράλλη και δύο χρόνια πριν την καταργήσει από τον νομικό χάρτη της χώρας η κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου.

Μετά από 37 χρόνια οι εικόνες απαξίωσης επέστρεψαν. Αναβίωσαν γιατί ορισμένοι, αν και στην κυριολεξία αγνοούν το χθες, επιχειρούν να το συνδέσουν με το σήμερα και ύστερα μέσω της μηχανής της διαδικτυακής παραπληροφόρησης γνωστοποιούν σε όσους περισσότερους μπορούν τις δράσεις τους, προσφέροντάς τους και την απαραίτητη επαναστατική προκάλυψη. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι μια γροθιά στο κατεστημένο πολλές φορές μπορεί να εξελιχθεί σε παγίδα για μέλη αντιεξουσιαστικών ομάδων, επειδή κρέμασαν στον λαιμό ενός πρύτανη την πινακίδα των «τεντιμπόηδων» με σύνθημα «Αλληλεγγύη στις καταλήψεις». Και το μήνυμα έφτασε εκεί που ήθελαν οι αποστολείς του: στο τηλεοπτικό τους πεντάλεπτο κατόρθωσαν να «τρομάξουν» το σύστημα. Ενα σύστημα που, δυστυχώς, αγνοούν ότι έχει μνήμη και συνέχεια.

Οι εμπνευστές της αναβίωσης του νόμου 4.000 απέτυχαν, γιατί ήταν διαφορετική η πολιτική σκακιέρα και οι πρωταγωνιστές της εποχής.

Η ταμπέλα που κρέμασαν οι αυτοαποκαλούμενοι αντιεξουσιαστές στον λαιμό του πρύτανη έχει διπλή ανάγνωση. Από τη μία αποδεικνύεται ότι η έμπνευση του όποιου «κινήματος» έχει ξεμείνει από φαντασία και ιδέες - κάτι που αποτυπώνεται και στα συνθήματα στους τοίχους. Φτώχεια και καμία πρωτοτυπία. Από την άλλη, ακολουθώντας οι «ταραξίες» τους «σπασμένους» δρόμους αντελήφθησαν ότι η πορεία στα ελληνικά πανεπιστήμια δεν είναι η καλύτερη. Η πινακίδα που κρεμάστηκε στον λαιμό του πρύτανη δεν προσβάλλει την παρηκμασμένη πανεπιστημιακή κοινότητα. Πρωτίστως, προσβάλλει το εκπαιδευτικό σύστημα που παράγει επιστήμονες υψηλού επιπέδου σε όλους τους τομείς. Επιστήμονες που γίνονται ανάρπαστοι μόλις περάσουν τα σύνορα.

Το να διαφωνεί το φοιτητικό κίνημα με το άρρωστο σύστημα σημαίνει υγεία. Η διαπόμπευση του συστήματος μέσω της γελοιοποίησης ενός δασκάλου ήταν μια ακραία αντίδραση της κοινωνίας όχι για το μήνυμα που εξέπεμπε εν είδει καταναγκασμού, όχι επειδή αποτελεί το εύκολο μπούλινγκ για να περάσει η ώρα των άλλων, αλλά για την ασέβεια με την οποία μεταχειρίζονται το πανεπιστημιακό κίνημα. Αυτές τις εικόνες αντικρίζει όποιος επισκεφθεί τα πανεπιστήμια των «αρίστων».

Η παιδεία πρέπει να βρει τον δρόμο της για να συνεχίσει να παράγει επιστήμονες υψηλού επιπέδου. Και για να συνεχιστεί η εξαγωγή επιστημόνων, πρέπει όλοι να αναθεωρήσουν τον ρόλο τους. Ο πολιτικός κόσμος οφείλει να αναθεωρήσει τον ρόλο του, που σίγουρα δεν είναι να ψαρεύει τους αυριανούς ηγέτες του κινήματος το οποίο πρέπει να το αφήσουν να λειτουργεί αυτόνομα και αδέσμευτα. Οι εκπαιδευτικοί πρέπει να πάψουν να βλέπουν τα πανεπιστήμια ως «λαβράκια» που θα τους οδηγήσουν στο «χρυσό» παλάτι των επιδοτήσεων. Και ο ρόλος των αντιεξουσιαστών ποιος θα είναι; Γιατί έχουν ρόλο, και μάλιστα σοβαρό, να προστατεύσουν τους φοιτητές και το σύστημα πριν καταστραφούν από τα φωτεινά μηνύματα, τα οποία όμως είναι της παραπλάνησης.

Το αποτέλεσμα των όσων γίνονται είναι να αλλοιώνεται ο χαρακτήρας των ελεύθερων-ανοιχτών πανεπιστημίων, να τα μετατρέπουν σε φυλακές με κυκλώματα παρακολούθησης και ειδικές κάρτες εισόδου. Αυτά τα πανεπιστήμια δεν είναι ανοικτά, όπως δεν είναι ανοικτά όσα περιφέρουν ένα κεφάλι καθηγητή με την ταμπέλα «Αλληλεγγύη». Δεν είναι ανοικτά όσο υπάρχουν όμηροι καθηγητές, όσο χτίζουν τις πόρτες των γραφείων, όσο συνεχίζεται η ομηρία των πρυτάνεων. Και γιατί γίνονται όλα αυτά; Μα, για να γραφτούν οι υπουργοί και οι πρυτάνεις στη λίστα των μεταρρυθμιστών και οι φοιτητές στην αντίστοιχη λίστα των ελεύθερων-αντιεξουσιαστών που αντιλαμβάνονται ότι η παιδεία είναι μια εύκολη πηγή παραοικονομίας και τα υγιή στοιχεία πρέπει να αντιδράσουν για να σταματήσει η απαξίωση των πανεπιστημίων και η διαπόμπευση των καθηγητών.