Ο δύσκολος δρόμος της Δευτέρας

Η αλήθεια είναι ότι η πλειονότητα των ψηφοφόρων θα πάει στην κάλπη απογοητευμένη από το επίπεδο του πολιτικού λόγου που κυριάρχησε στην προεκλογική περίοδο και από τις απαράδεκτες τηλεοπτικές μάχες πολιτικής επιβίωσης με πρωταγωνιστές και δημοσιογράφους που επέτρεπαν -αν δεν υποκινούσαν- ανούσιους τσακωμούς, προσβάλλοντας τους θεατές και το επάγγελμά τους.

Αλήθεια είναι ότι οι υποσχέσεις που ακούστηκαν από τους υποψηφίους ξεπέρασαν σε φαντασία ακόμα και τους καλύτερους παραμυθάδες.

Αλήθεια είναι, επίσης, ότι ο πολιτικός κόσμος της χώρας δεν διδάχθηκε απολύτως τίποτα από τα δέκα χρόνια της εξαθλίωσης και της ταπείνωσης. Αντίθετα, συνεχίζει το ίδιο τροπάριο σαν να μην προηγήθηκαν μια χρεοκοπία, τρία μνημόνια, τροϊκανοί, δανειστές-εκβιαστές, εξοντωτική λιτότητα, χιλιάδες απολύσεις, περικοπές σε μισθούς και συντάξεις, αναγκαστική μετανάστευση 500.000 νέων ανθρώπων και τόσα άλλα δεινά. Συμπεριφέρονται σαν όλα τα παραπάνω να μη συνέβησαν ποτέ. Σαν η ελληνική κοινωνία να ζει μια κανονικότητα. Σαν η χώρα να έχει γλυτώσει οριστικά από τον εφιάλτη της φτώχειας και της μιζέριας. Σαν να μπορεί να σχεδιάσει το μέλλον της χωρίς την άδεια των «επιτηρητών».

Οι πολιτικοί μας, δυστυχώς, και σε αυτή την προεκλογική περίοδο απέδειξαν, με λόγια και έργα, ότι προτεραιότητά τους είναι η προσωπική τους επιβίωση και όχι η θωράκιση της χώρας για να μην ξαναζήσει ο λαός της την «ξένη κατοχή». Προτεραιότητά τους είναι η κατάληψη της εξουσίας και όχι η βελτίωση των συνθηκών ζωής των πολιτών και η δημιουργία ενός υγιούς κράτους που θα μπορεί να προσφέρει τα αυτονόητα για να μπορούν τα νέα παιδιά να βλέπουν με αισιοδοξία το μέλλον τους.

Το βράδυ της Κυριακής ή χώρα θα έχει μια νέα κυβέρνηση. Μια κυβέρνηση που αν και θα βρίσκεται, τουλάχιστον στα χαρτιά εκτός μνημονίων, θα πρέπει να υλοποιεί τις δεσμεύσεις των προηγούμενων. Μια κυβέρνηση που θα κληθεί να αναμετρηθεί με τα προβλήματα του τόπου. Που θα πρέπει να τα λύσει και όχι να τα επισημαίνει. Που θα πρέπει να ανακαλύψει το κλειδί για την επίτευξη της πολυπόθητης ανάπτυξης και τον τρόπο να μοιραστεί ο όποιος πλούτος δίκαια σε όλους τους πολίτες, χωρίς αποκλεισμούς. Που θα πρέπει να βρει τρόπους να επιστρέψουν όσο το δυνατόν περισσότεροι από τους Ελληνες που στα χρόνια της κρίσης αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν πατρίδα και οικογένεια.

Ενα μεγάλο και δύσκολο στοίχημα που δεν κερδίζεται με συναισθηματικά καλέσματα, αφού σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα ένας στους δύο που επέλεξε να φύγει το έκανε για καλύτερες μισθολογικές αποδοχές, για επαγγελματική εξέλιξη, για αξιοκρατία και για καλύτερο εργασιακό περιβάλλον. Αρα, λοιπόν, για να επιστρέψει κανείς θα πρέπει τουλάχιστον να υπάρχουν οι ανάλογες προϋποθέσεις. Και για να υπάρξουν απαιτούνται οργάνωση του κράτους, εθνική στρατηγική για το μέλλον της χώρας, πολιτική και οικονομική σταθερότητα.

Η νέα κυβέρνηση πρέπει να αντιληφθεί γρήγορα τον ρόλο της που δεν είναι να ισοπεδώσει όσα έχουν κάνει οι προηγούμενοι, αλλά να χτίσει πάνω στα σωστά. Ο ρόλος της δεν είναι να κάνει αντιπολίτευση στην αντιπολίτευση, ούτε να τιμωρήσει τον ηττημένο. Αυτός είναι ο εύκολος δρόμος. Ο δύσκολος, αλλά και αναγκαίος, είναι η ανασυγκρότηση του κράτους και η αναγέννηση της οικονομίας. Και μια από τις βασικές προϋποθέσεις για να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι είναι η Αθήνα να στρέψει το βλέμμα στην ξεχασμένη ενδοχώρα, γιατί από εκεί θα έρθει η ανάπτυξη και όχι από τα φημισμένα καφέ του Κολωνακίου. Να δώσει κίνητρα για να παραμείνουν στην περιφέρεια όσοι βρήκαν εκεί καταφύγιο στα χρόνια της κρίσης, αλλά και για να επιστρέψουν όσοι έχουν συνειδητοποιήσει ότι στα αστικά κέντρα δεν υπάρχουν ευκαιρίες για μια καλύτερη ζωή.

Μόνο όταν η περιφέρεια αποκτήσει και πάλι ζωή, θα γεννηθεί και η ελπίδα για καλύτερες μέρες στο σύνολο της χώρας. Για να γίνει, όμως, αυτό απαιτείται το κράτος να αναλάβει δράση. Να επενδύσει σε έργα υποδομής. Να φτιάξει δρόμους, να στελεχώσει σχολεία και κέντρα υγείας. Να δώσει κίνητρα για να ενώσουν τις δυνάμεις τους οι παραγωγοί, να αποκτήσουν αξία τα προϊόντα τους και να βρουν τον δρόμο προς τις αγορές χωρίς τη «βοήθεια» των ενδιάμεσων.

Η ελπίδα βρίσκεται στην ξεχασμένη επαρχία. Εκεί όπου μπορεί να χτυπήσει και πάλι δυνατά η «καρδιά» της ανάπτυξης, αρκεί ο πολιτικός κόσμος να κατανοήσει ότι η Ελλάδα δεν είναι μόνο η Αθήνα.