Μονομαχία χωρίς έλεος

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ακουμπάει πάνω στις δημοσκοπήσεις, που σε κάθε περίπτωση δίνουν αέρα στα πανιά του και επιχειρεί να δώσει στις ευρωεκλογές χαρακτήρα δημοψηφίσματος. Φοβάται τη χαλαρή ψήφο. Φοβάται τις φυγόκεντρες στάσεις από το δεξιό του άκρο και κάνει κάθε προσπάθεια να πετύχει τη μεγαλύτερη δυνατή συσπείρωση σκληρής Δεξιάς και Κεντροδεξιάς, ώστε μόλις κλείσουν οι κάλπες να μπορεί να πει στον Αλέξη Τσίπρα ότι «ο λαός σού έδειξε την πόρτα εξόδου και είναι η στιγμή να προκηρύξεις εθνικές εκλογές, ακόμη και μέσα στον Ιούνιο». Σωστή τακτική... Ο μεγάλος σύμμαχός του είναι η συμφωνία των Πρεσπών, καθώς βλέπει το κυβερνών κόμμα να κατρακυλά στη βόρεια Ελλάδα και να ταλαντεύεται στην υπόλοιπη χώρα με αφορμή το Μακεδονικό. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι όσο πλησιάζουμε στις κάλπες η ρητορική του προέδρου και των στελεχών της Νέας Δημοκρατίας για το εθνικό μας θέμα θα είναι όλο και πιο επιθετική. Αποδίδει αυτό εκλογικά.

Ο Αλ. Τσίπρας, από την άλλη, εμφανίζεται να υποτιμά τις δημοσκοπήσεις. Ούτε ο ίδιος ούτε οι επιτελείς του πιστεύουν ότι αυτή την ώρα η διαφορά μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων κυμαίνεται από τις 7 έως τις 10 μονάδες. Μελετούν δικές τους δημοσκοπήσεις και ισχυρίζονται ότι η διαφορά είναι γύρω στις 4 μονάδες το πολύ.

Και αν καταφέρουν να προσεγγίσουν ξανά τον παλιό αριστερό πυρήνα του ΣΥΡΙΖΑ, που είναι αποστασιοποιημένος, η διαφορά λένε ότι μπορεί να φτάσει στις 2 μονάδες. Γι’ αυτό τον λόγο επιστρατεύεται ο Νίκος Φίλης. Στα επιχειρήματα του Μαξίμου ότι οι δημοσκοπήσεις είναι μακριά από την πραγματική ζωή, προβάλλονται οι αστοχίες των μετρήσεων της κοινής γνώμης και στις εθνικές εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015 και πολύ περισσότερο στο δημοψήφισμα. Υπάρχει, πράγματι, μία μερίδα των πολιτών που δεν μπορεί να την εντοπίσουν τα εργαλεία που έχουν μέχρι σήμερα στη διάθεσή τους επιστήμονες στις σφυγμομετρήσεις. Μέσα στην κρίση ήρθαν τα πάνω κάτω και είναι πολλοί ψηφοφόροι που κλείνουν τα τηλέφωνα όταν είναι να μιλήσουν σε ερευνητές ή λένε ψέματα.

Η απάντηση, λοιπόν, του Μεγάρου Μαξίμου στο δημοψήφισμα που θέλει να κάνει ο Κυρ. Μητσοτάκης στις 26 Μαΐου είναι ότι σε αυτή την κάλπη δεν θα γίνει δημοψήφισμα, αλλά μια πραγματική μεγάλη δημοσκόπηση που θα αποτυπώσει τις πραγματικές διαφορές και θα αποτελέσει τον μπούσουλα για τη μητέρα των μαχών που θα είναι η εθνική κάλπη.

Μέσα σε αυτή την άγρια σύγκρουση του «πάμε να μετρηθούμε τώρα στην κάλπη», η Ευρώπη, για την οποία ψηφίζουμε, θα είναι άφαντη. Η αναμέτρηση θα είναι μια μονομαχία Τσίπρα - Μητσοτάκη, χωρίς έλεος και χωρίς κανόνες.

Οποιος παρακολουθεί τον πολιτικό διάλογο διαπιστώνει ότι αν ειπωθεί κάτι για την Ευρώπη είναι γρήγορο και αποσπασματικό. Ουδέποτε, άλλωστε, στην Ελλάδα έγινε εξονυχιστική συζήτηση, εξ ου και τα παρατράγουδα του καλοκαιριού του 2015 που ένα μεγάλο κομμάτι των πολιτών γύριζε την πλάτη στο ευρώ, το οποίο είχε δαιμονοποιηθεί.

Κρίμα, διότι χάνουμε μία ακόμα μεγάλη ευκαιρία σε μια στιγμή που η Ευρώπη βρίσκεται σε περιπέτεια. Οχι από την οικονομική κρίση του 2009, αυτή ξεπεράστηκε. Σχεδόν όλες οι χώρες έχουν μπει αργά αλλά σταθερά σε μια θετική πορεία, με εξαίρεση την Ελλάδα και την Ιταλία που συνεχίζουν, για διαφορετικούς λόγους η κάθε μία, να παραπαίουν. Τα μεγάλα βάσανα της Ευρώπης είναι άλλα. Είναι η ακραία ρητορική και οι εθνικιστικές εξάρσεις που ξεκίνησαν με την κρίση και κορυφώθηκαν με το μεταναστευτικό. Απότοκο αυτού είναι το Brexit. Είχε προϋπάρξει, βέβαια, στη Μεγάλη Βρετανία η διάλυση της μεσαίας τάξης, η χρόνια καχυποψία για τις Βρυξέλλες και για την επικυριαρχία της Γερμανίας. Ετσι, η δουλειά των λαϊκιστών σε εκείνο το κρίσιμο δημοψήφισμα ήταν εύκολη, με αποτέλεσμα το αδιέξοδο να συνεχίζεται. Δεν έχουμε δώσει την πρέπουσα σημασία στη χώρα μας για την επόμενη μέρα χωρίς τη Μ. Βρετανία στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Ο πολιτικός διάλογος των τελευταίων ετών εστιάζεται στις διαθέσεις και στις ισορροπίες του Βερολίνου. Αυτά, όλοι Ελληνες αναλυτές πολιτικοί, πανεπιστημιακοί και δημοσιογράφοι τα ξέρουν φαρσί, επειδή εκεί υπάρχει το θησαυροφυλάκιο. Το Λονδίνο μοιάζει λίγο μακρινό σε εμάς και ξεχνάμε την παραδοσιακή και ιστορική σχέση της Ελλάδας στην εξωτερική της πολιτική με τη Μ. Βρετανία, τη νικήτρια δύναμη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μοιάζουμε να αγνοούμε τη θέση της χώρας μας στην ατλαντική συμμαχία και το σφιχταγκάλιασμά της με τον αγγλοσαξονικό άξονα.

Αντίθετα, αναδεικνύουμε με πανικό ως το μείζον πρόβλημα των επόμενων ετών την ακροδεξιά στη Γαλλία και την εθνικιστική έξαρση στη Γερμανία. Χωρίς αμφιβολία είναι μεγάλα προβλήματα. Η Ευρώπη, όμως, θα τα ξεπεράσει . Ισως αργήσει, ίσως δυσκολευτεί. Δεν θα κυριαρχήσουν, όμως, η Λεπέν και ο Σαλβίνι στον δυτικό κόσμο, ούτε οι νεοναζιστές ξανά στη Γερμανία. Ούτε κλυδωνίζεται συθέμελα η Γηραιά Ηπειρος, όπως κάποιοι θέλουν να ισχυρίζονται, ούτε θα καταρρεύσει. Θα περάσει μια σκοτεινή περίοδο μέχρι να επέλθει ξανά ισορροπία που εξασφαλίζεται από δύο ισότιμους πόλους, την Κεντροδεξιά και την Κεντροαριστερά. Αυτή είναι η ευρωπαϊκή κανονικότητα και πάνω σε αυτούς τους άξονες στήθηκε το οικοδόμημα. Αυτή έπρεπε να είναι συζήτηση των ημερών και όχι τα δάνεια των κομμάτων, οι καταθέσεις του Πετσίτη στην Κύπρο, η Novartis και οι σκαφάτες διακοπές του πρωθυπουργού. Ξαναπαίζουμε την παλιά κασέτα. Δεν μπορούμε ούτε αυτή την τελευταία εβδομάδα να μιλήσουμε για την Ευρώπη και να αφήσουμε για το καλοκαίρι τις δίκες του καφενείου.