Ξαφνικά το παιχνίδι ζωήρεψε

Πέρασαν δύο χρόνια βαριάς πολιτικής ξηρασίας. Η παντοδυναμία του Κυριάκου Μητσοτάκη έφερε εκ των πραγμάτων ένα απόλυτο σιωπητήριο στα εσωτερικά της Νέας Δημοκρατίας, τα οποία ήταν πάντα ένα δημοφιλές ανάγνωσμα για όλους όσοι ενδιαφέρονται για την πολιτική. Περιθώριο για δελφίνους δεν υπήρχε και δεν υπάρχει, ενώ οι ομαδοποιήσεις και οι φράξιες αδρανοποιήθηκαν πλήρως, καθώς οι δημοσκοπήσεις, η μία μετά την άλλη, δείχνουν ότι, εκτός δραματικού απροόπτου, το κόμμα τους θα παραμείνει στην εξουσία για τουλάχιστον πέντε με έξι χρόνια ακόμη. Αν σε αυτό το κλίμα αθροίσεις και τον πανικό που επέβαλε η διαχείριση της πανδημίας, είναι προφανές ότι δεν έμεινε πουθενά χαραμάδα για άσκηση, δημοσίως τουλάχιστον, εσωκομματικής κριτικής στον πρωθυπουργό και τους χειρισμούς του.

Οσο για την αξιωματική αντιπολίτευση, βρίσκεται εδώ και δύο χρόνια σε λήθαργο. Ο Αλέξης Τσίπρας δεν κατάφερε να αξιοποιήσει το μεγάλο ποσοστό του 31,5% που πήρε στις εκλογές του 2019 και πελαγοδρομεί ακόμη στη διατήρηση των εσωκομματικών ισορροπιών, χωρίς να έχει καταλήξει σε ένα ξεκάθαρο ιδεολογικό στίγμα που θα δημιουργήσει εκ νέου κοινωνικό ρεύμα προκειμένου να διεκδικήσει ξανά την εξουσία. Πρακτικά, μέχρι τώρα ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει δυσκολέψει καθόλου την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας στις επιλογές και στις αποφάσεις της.

Ξαφνικά το παιχνίδι ζωήρεψε και η πολιτική ζωή επιστρέφει στην παλιά της κανονικότητα. Την αρχή έκανε ο Ευάγγελος Βενιζέλος. Μπορεί στα εσωκομματικά του ΠΑΣΟΚ να μην παρεμβαίνει ανοιχτά λέγοντας ότι το καλύτερο σχόλιο είναι η σιωπή του, όμως οι υπόλοιπες παρεμβάσεις του για τον δημόσιο βίο άναψαν τα αίματα και έδωσαν τροφή για σχόλια, αναλύσεις και αντιπαραθέσεις. Ιδιαίτερα τα όσα είπε για τον Αρχιεπίσκοπο Ελπιδοφόρο της Αμερικής και τους θανάτους στις εντατικές των νοσοκομείων κανείς που έχει δημόσιο λόγο δεν θα μπορούσε να τα προσπεράσει.

Μετά ήρθε ο Νίκος Δένδιας, που με μια ηγετική εμφάνιση στη Βουλή έβαλε οριστικά τη διαχωριστική γραμμή της παράταξής του με την ακροδεξιά και οδήγησε τον βουλευτή Μπογδάνο με τον αντικομουνιστικό του οίστρο εκτός κοινοβουλευτικής ομάδας. Προσπάθησε έξυπνα ο ΣΥΡΙΖΑ να σπεκουλάρει την παρέμβαση Δένδια και να τον αναδείξει σε αντίπαλον δέος του Κυριάκου Μητσοτάκη. Αυτή, όμως, είναι μια μάταιη προσπάθεια, αφού θέμα ηγεσίας για τα επόμενα αρκετά χρόνια δεν τίθεται στη Νέα Δημοκρατία. Είναι αλήθεια ότι ο υπουργός Εξωτερικών με τις δύο ηχηρές παρεμβάσεις του, στην Αγκυρα για τα ελληνοτουρκικά θέματα και στη Βουλή με την επίθεση στην ακροδεξιά, έχει αποκτήσει μια μεγάλη πολιτική προίκα. Εχει τεράστια αποδοχή στην παράταξή του και μεγάλη διείσδυση στα άλλα κόμματα. Αν είχαμε το προσεχές διάστημα διαδικασίες για εκλογή ηγέτη στη Δεξιά, η νίκη του θα ήταν αδιαφιλονίκητη. Κανείς, όμως, δεν μπορεί να ξέρει τι θα γίνει σε πέντε-έξι χρόνια, όταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης εκ των πραγμάτων θα αποχωρήσει και αν το σημερινό μεγάλο προβάδισμα του Νίκου Δένδια θα έχει εξαργυρώσιμη αξία στις κάλπες. Ισως μέχρι τότε να τον έχουν προσπεράσει οι εξελίξεις και οι δελφίνοι της νέας γενιάς που θα προκύψουν να έχουν για άλλους λόγους προβάδισμα και εκλογιμότητα.

Μέσα σε αυτή τη νέα πολιτική πραγματικότητα, εμφανίστηκε στο προσκήνιο, εκεί που δεν το περίμενε κανείς, ο Γιώργος Παπανδρέου. Αν μέχρι πριν από ένα μήνα ρωτούσες τα ιστορικά στελέχη του ΠΑΣΟΚ για τις φιλοδοξίες του πρώην πρωθυπουργού, θα σου έλεγαν όλοι ότι είναι ένας άνθρωπος που θέλει να διατηρήσει τη διεθνή του εικόνα, να προεδρεύει στη Σοσιαλιστική Διεθνή, να συμμετέχει σε συνέδρια και φόρουμ από τη μια άκρη του κόσμου στην άλλη και να έχει στο διηνεκές μια διακριτική παρουσία στο ΠΑΣΟΚ.

Τώρα η τράπουλα ανακατεύεται πολύ. Ο τρόπος που παρενέβη στην εσωκομματική διαδικασία φέρνει μεγάλες ανατροπές. Μέχρι τώρα ξέραμε ότι το ΠΑΣΟΚ οδηγείται στην κάλπη με τουλάχιστον δύο πολύ ισχυρούς υποψηφίους, τον Ανδρέα Λοβέρδο και τον Νίκο Ανδρουλάκη, μετά την αποχώρηση της Φώφης Γεννηματά. Τώρα η υποψηφιότητα του Γιώργου Παπανδρέου αλλάζει τις ισορροπίες και τις παλιές διαχωριστικές γραμμές και αυτή η αλλαγή είτε θα κάνει μεγάλο καλό στον ίδιο και το κόμμα του είτε μεγάλο κακό.

Τι εννοώ: με το όνομα και την ιστορία που κουβαλά ο πρώην πρωθυπουργός, αν καταφέρει να εκλεγεί πρόεδρος, πετυχαίνει την ολική επαναφορά του στην πολιτική ζωή και διασφαλίζει μια προσωπική δικαίωση. Αν, όμως, αποτύχει, αυτό θα σημάνει την οριστική απομάκρυνσή του από την ελληνική Βουλή. Γιατί πώς θα διεκδικήσει μετά μια θέση βουλευτή στην Αχαΐα, όταν θα του έχει γυρίσει την πλάτη το εκλογικό σώμα πανελλαδικά; Σε κάθε περίπτωση, όποια κι αν είναι η τύχη του Γιώργου Παπανδρέου, το ΠΑΣΟΚ, εκεί που ήταν ένα μικρό κόμμα, απασχολεί ξανά ζωηρά την κοινή γνώμη. Είναι πολλοί οι λόγοι που εξηγούν το φαινόμενο. Ο σημαντικότερος, πάντως, είναι ότι αυτή η παράταξη μπορεί να έχει πλέον λίγους ψηφοφόρους, έχει, όμως, πολλούς και ικανούς στρατηγούς που στο πέρασμά τους κάνουν φασαρία και προκαλούν ενδιαφέρον. Αν μη τι άλλο, το επόμενο διάστημα σίγουρα δεν θα πλήξουμε.