Επί της ουσίας

Για μια ακόμα φορά στην πολιτική ιστορία του τόπου η αλλαγή στην Προεδρία της Δημοκρατίαςσυνοδεύτηκε από ηχηρές διακηρύξεις για την «ενότητα του έθνους», τη «νέα πορεία», τους «υψηλούς συμβολισμούς», μαζί με τις συνήθεις δηλώσεις για τον σεβασμό στον ρόλο του Προέδρου και άλλα τέτοια παρόμοια. Ωστόσο, όποιος στοιχειωδώς παρακολούθησε τον χειρισμό της υπόθεσης δύσκολα θα διαφωνήσει ότι και αυτή η εκλογή αποτέλεσε αντικείμενο ενός εσωτερικού πολιτικού παιχνιδιού εντυπώσεων και αντεγκλήσεων, που βασικά ικανοποιεί μια επιλογή: Την επιλογή του κ. Μητσοτάκη για περαιτέρω «πρωθυπουργοποίηση» του πολιτικού συστήματος. Η δε επιχειρηματολογία για την «πρώτη γυναίκα» Πρόεδρο της Δημοκρατίας, όσο κι αν προσπάθησε ο πρωθυπουργός, μάλλον δεν έπιασε όσον αφορά την επικοινωνιακή αποδοχή της από την κοινωνία. Αυτό δεν έχει να κάνει με τη θέση και την προσωπικότητα της κυρίας Σακελλαροπούλου, αλλά αφενός με την πραγματική θέση της γυναίκας σε έναν κόσμο ανισότητας που καμιά βιτρίνα δεν μπορεί να καλλωπίσει, αλλά και με τον ίδιο τον θεσμό, δηλαδή με τις αρμοδιότητες που αυτός εκπροσωπεί. Επί της ουσίας, λοιπόν: Η αξία της προσωπικότητας (μεγαλύτερη ή μικρότερη, υπαρκτή ή ανύπαρκτη) είναι πάντα υποδεέστερη του προσδιορισμένου, καθορισμένου και δεδομένα αμετάβλητου πλαισίου εντός του οποίου καλείται να επιδείξει τις αρετές και τις δυνατότητές της ή να καταγράψει τις αδυναμίες της. Από αυτό το πολιτικό αξίωμα δεν εξαιρείται ο θεσμός της Προεδρίας της Δημοκρατίας. Που σημαίνει ότι καμία αντιλαϊκή πολιτική δεν μεταμορφώνεται σε «φιλολαϊκή» πολιτική όσο ικανός ή λιγότερο ικανός είναι εκείνος/η που την πρωτοκολλεί.